Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συρματερή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συρματερή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2009

Ανατολίζουσα ροδιακή χρυσοχοΐα

1. Εισαγωγή

Ο όρος «ανατολίζουσα ροδιακή χρυσοχοΐα» αναφέρεται σε ένα ασυνήθιστα πλούσιο και ομοιογενές σύνολο κοσμημάτων της ανατολίζουσας περιόδου (7ος αι. π.Χ.) Πρόκειται για έργα εξαιρετικής τέχνης και μοναδικής λεπτομέρειας, φτιαγμένα κυρίως από χρυσό και ήλεκτρο (φυσικό κράμα χρυσού και αργύρου). Περιλαμβάνουν πολλούς τύπους κοσμημάτων, με σημαντικότερους τα διαδήματα, τους ρόδακες και τα κοσμήματα στήθους και κροτάφων. Τα περισσότερα βρέθηκαν στη Ρόδο και σε λίγα νησιά των Κυκλάδων, και θεωρείται ότι στους τόπους αυτούς βρίσκονταν και τα εργαστήρια κατασκευής τους.

2. Υλικά και τεχνικές

Τα κοσμήματα της ανατολίζουσας ροδιακής και κυκλαδικής παραγωγής είναι φτιαγμένα από χρυσό, ήλεκτρο και σπανίως άργυρο. Η πρώτη ύλη ήταν διαθέσιμη τόσο από κοιτάσματα του Αιγαίου (Σίφνος) όσο και της Μικράς Ασίας (Άστυρα, Πακτωλός, Κιλικία κλπ.). Οι τεχνικές που εφαρμόζονται για την κατασκευή τους είναι γνωστές από παλιότερα, ορισμένες από αυτές όμως ποτέ πριν δεν είχαν φτάσει σε τέτοιο επίπεδο δεξιοτεχνίας και λεπτοδουλειάς. Οι χρυσοχόοι διακοσμούν τα κοσμήματα με έκτυπες και εμπίεστες παραστάσεις, δηλαδή με ελαφρύ ανάγλυφο σφυρηλατημένο σε μεταλλικές ή ξύλινες μήτρες. Σπανιότερα προσθέτουν λεπτομέρειες με εγχάραξη. Η πρόσδεση ημιπολύτιμων λίθων στο κόσμημα αποτελεί εξαίρεση. Αρκετά συχνά εμφανίζονται κεφαλές ανθρώπων ή ζώων και έντομα σε πλαστική απόδοση (δηλαδή ολόγλυφα και όχι ανάγλυφα) ως εξαρτήματα του κοσμήματος. Ωστόσο, οι περισσότερο διαδεδομένες και ανεπτυγμένες τεχνικές είναι η συρματερή και η κοκκιδωτή, γνωστές ήδη από τα Μινωικά χρόνια. Στη συρματερή τεχνική ένα πολύ λεπτό σύρμα χρυσού ή ήλεκτρου δημιουργεί το πλαίσιο ή το γέμισμα των διακοσμητικών μοτίβων, συχνά σε σπειροειδή διάταξη. Η κοκκίδωση πάλι χρησιμοποιεί εξαιρετικά μικρούς κόκκους του πολύτιμου μετάλλου για την κάλυψη επιφανειών. Η δυσκολία της έγκειται στη σταθερή συγκόλληση των σφαιρικών κόκκων πάνω στην λεία επιφάνεια του μετάλλου, χωρίς αυτοί να λιώσουν εντελώς ή να παραμορφωθούν. Η ελληνική χρυσοχοΐα, η οποία δεν ξεπεράστηκε σε αυτόν τον τομέα παρά μόνο από την ετρουσκική, δεν έχει να επιδείξει λεπτότερη και πιο καλοφτιαγμένη κοκκίδωση από τη ροδιακή. Το τελικό αποτέλεσμα προσδίδει στο κόσμημα πολλές διαβαθμίσεις φωτεινότητας, καθώς άλλα τμήματά του αντανακλούν περισσότερο το φως και άλλα λιγότερο.

3. Τύποι κοσμημάτων

3. 1. Επιστήθια κοσμήματα

Έτσι συνηθίζεται να αποκαλούνται κοσμήματα που αποτελούνται από μια σειρά όμοιων ανάγλυφων πλακών, των οποίων ο αριθμός ποικίλλει από 3 ως 9. Οι πλάκες αρμόζονταν στο πάνω μέρος τους σε ένα νήμα ή κορδόνι και κρέμονταν από το ύψος των ώμων δημιουργώντας μια καμπύλη πάνω από το στήθος. Άλλοτε πάλι είχαν ένα μικρό γάντζο στο πίσω μέρος και καρφώνονταν απευθείας στο ρούχο. Σε δεύτερη χρήση μπορούσαν να ραφτούν πάνω στο ύφασμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις το πάνω μέρος τους διακοσμείται από ένα μεγάλο ρόδακα, άλλοτε ανάγλυφο και άλλοτε με κοκκιδωτό ή συρματερό περίγραμμα. Στην κάτω πλευρά των πλακών κρέμονταν συνήθως περίαπτα εξαρτήματα σε μορφή ροδιού.

Οι παραστάσεις στις πλάκες απεικονίζουν θεότητες, ανθρώπινες και μυθολογικές μορφές. Συχνότερη είναι η «Ποτνία Θηρών», δηλαδή μια γυναικεία, συχνά φτερωτή, μετωπική μορφή με δύο αιλουροειδή δεξιά και αριστερά. Πρόκειται για τη «Δέσποινα των Θηρίων», μια ανατολικής προέλευσης θεότητα που μέσα από συγκρητικές διαδικασίες κατέληξε να ταυτίζεται με την Άρτεμη. Εμφανίζονται ακόμα μια γυναικεία μορφή με τα χέρια στο στήθος ή σηκωμένα σε στάση δέησης, καθώς και ανθρώπινα πρόσωπα με χαρακτηριστική δαιδαλική κόμμωση (τα μαλλιά χωρισμένα σε οριζόντιες λωρίδες). Ένας άλλος τύπος αποκαλείται από τους αρχαιολόγους «η Αστάρτη στο παράθυρο», καθώς απεικονίζει το επάνω μέρος μιας γυμνής γυναικείας μορφής και αποδίδεται σε φοινικικά πρότυπα. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η γυναίκα-μέλισσα, τύπος που συνδυάζει το επάνω μέρος γυναικείου κορμού και το κάτω τμήμα σώματος μέλισσας. Θεωρείται μακρινή ηχώ της χεττιτικής θεότητας Κουμπέμπε. Τέλος εμφανίζονται τα διαδεδομένα εκείνη την εποχή υβριδικά μυθολογικά τέρατα, η σφίγγα, ο κένταυρος και ο γρύπας, καθώς και κεφαλές πάνθηρα.

3. 2. Εγκόλπια (μενταγιόν)

Αποτελούνται από μια μεμονωμένη πλάκα μετάλλου διακοσμημένη και πάλι με έκτυπες μορφές γυναίκας-μέλισσας ή σειρήνας και φυτικά διακοσμητικά θέματα. Ορισμένα έχουν σχήμα δίσκου με γεωμετρικά μοτίβα και απηχούν υστερογεωμετρικές επιδράσεις. Αυτά φαίνεται πως είναι λίγο πρωιμότερα από το κυρίως σώμα της παραγωγής.

3. 3. Κοσμήματα κροτάφων

Τα κοσμήματα αυτά αποτελούνται επίσης από μια κεντρική πλάκα με παράσταση «Ποτνίας Θηρών» ή ανθρώπινης μορφής, γύρω από την οποία συντίθενται πλούσια κρεμαστά εξαρτήματα, όπως ρόδακες, αλυσιδίτσες και καρποί ροδιού. Η χρήση τους θυμίζει τα βυζαντινά περπεντούλια, καθώς στερεώνονταν σε κάποιο διάδημα ή κάλυμμα της κεφαλής και κρέμονταν μπροστά από τα αυτιά, κατά μήκος των κροτάφων. Πρόκειται για μερικά από τα πιο καλοδουλεμένα κοσμήματα της σειράς.

3. 4. Διαδήματα

Τα διαδήματα είναι συνήθως μια απλή ταινία από φύλλο χρυσού ή ήλεκτρου. Μερικές φορές φέρουν έκτυπα γεωμετρικά σχέδια, κουκκίδες και γραμμές ή άστρα και ρόδακες. Συχνότερα έχουν πρόσθετους ρόδακες κομμένους στο σωστό σχήμα από άλλο φύλλο μετάλλου. Ένα εξαιρετικό παράδειγμα από την Κω φέρει ανάγλυφες σφίγγες και πρόσθετους ρόδακες με πλούσια κοκκίδωση.

3. 5. Γλωσσωτοί ρόδακες

Ένας ιδιαίτερος τύπος ρόδακα αποτελείται συνήθως από έξι πέταλα με πολύ στρογγυλεμένα άκρα σαν γλώσσες. Το σχήμα αυτό έχει μάλλον μυκηναϊκή παρά ανατολική προέλευση. Τα πέταλα είναι διακοσμημένα με ομφαλό, με ανάγλυφο πρόσωπο, με ολόγλυφα κεφάλια γρυπών και ταύρων ή με μορφές πουλιών και εντόμων. Στο πίσω μέρος φέρουν έναν κρίκο ανάρτησης. Αποτελούσαν εξαρτήματα διαδημάτων είτε στολίδια για τις κοτσίδες των μαλλιών. Μπορούσαν επίσης να ραφτούν πάνω στο ρούχο ή να περαστούν σε κορδόνι και να φορεθούν στο λαιμό. Οι ρόδακες αυτοί ανήκουν στις επιτυχέστερες στιγμές της αρχαίας ελληνικής χρυσοχοΐας, τόσο από πλευράς έμπνευσης όσο και εκτέλεσης.

3. 6. Σκουλαρίκια

Τα σκουλαρίκια της σειράς αποτελούνται από ένα στέλεχος με λιγότερο ή περισσότερο διακοσμημένες απολήξεις. Το στέλεχος είναι ένα σύρμα από πολύτιμο μέταλλο, άλλοτε με μορφή σπείρας και άλλοτε με μορφή «υ». Στις άκρες του βρίσκονται επίπεδοι δίσκοι που στα καλύτερα παραδείγματα είναι διακοσμημένοι με καρπούς ροδιών ή με ολόγλυφες και κοκκιδωμένες κεφαλές γρυπών και κριών.

3. 7. Άλλα κοσμήματα

Οι υπόλοιποι τύποι είναι λιγότερο διαδεδομένοι. Υπάρχουν μερικά περιδέραια με απλές σφαιρικές χάντρες και ένα με κεντρικό εξάρτημα μια λεοντοκεφαλή. Τα βραχιόλια είναι μάλλον σπάνια και απλά. Ένα ιδιαίτερο δείγμα από την Κάμειρο είναι χάλκινο και απολήγει σε επιχρυσωμένες λεοντοκεφαλές. Λίγα είναι και τα δαχτυλίδια, είτε με ρομβοειδή σφενδόνη που απηχεί μινωικές επιδράσεις, είτε με αιγυπτιακού τύπου σφενδόνη (cartouche). Αυτόν τον τελευταίο τύπο αντέγραψαν οι Φοίνικες από την Αίγυπτο και εισήγαγαν στην Ελλάδα και την Ετρουρία. Υπάρχουν τέλος μερικά κουμπιά, άλλα ακόσμητα και άλλα με ρόδακες ή ανθρώπινα πρόσωπα.

4. Παράδοση και πηγές έμπνευσης

Η ποικιλία των σχημάτων και η εικονογραφία φανερώνουν πλειάδα επιρροών από διαφορετικά καλλιτεχνικά κέντρα του Αιγαίου, της Μικράς Ασίας και της Εγγύς Ανατολής. Στη Ρόδο είχε προηγηθεί μια ανθηρή υστερογεωμετρική χρυσοχοϊκή παραγωγή (β΄ μισό του 8ου αι. π.Χ.), η οποία περιλάμβανε κυρίως διαδήματα με μορφές ζώων και εγκόλπια σε σχήμα δίσκου με γεωμετρική διακόσμηση. Από την Κρήτη (Πραίσος και Αρκάδι) προέρχονται ορισμένοι ρόδακες του 8ου αι. π.Χ. με σχήμα και τεχνικές διακόσμησης που προεικάζουν τους αντίστοιχους από τη Μήλο. Στην Έφεσο και τις Τράλλεις της Μικράς Ασίας σε κοσμήματα του 8ου και του 7ου αι. π.Χ. απαντούν οι ίδιες τεχνικές και αρκετά κοινά εικονογραφικά και διακοσμητικά θέματα (γυναικείες μορφές, γυναίκες-μέλισσες και ρόδακες). Ιδιαίτερα έντονες ωστόσο διαφαίνονται οι σχέσεις με κοσμήματα της ίδιας εποχής από την Κύπρο, τη Συρία και τη Φοινίκη. Στις περιοχές αυτές τα διαδήματα –με ή χωρίς ρόδακες– είναι ευρέως διαδομένα, ενώ εξίσου συχνή είναι και η εμφάνιση χρυσών πλακών με γυναικείες θεότητες, κυρίως την Αστάρτη.

5. Προέλευση, διάδοση και εργαστήρια

Η πλειονότητα αυτών των κομψοτεχνημάτων προέρχεται από τις τρεις αρχαίες πόλεις της Ρόδου, την Κάμειρο, την Ιαλυσό και τη Λίνδο. Αν και περισσότερα από τα μισά κοσμήματα βρέθηκαν σε πρώιμες, μη τεκμηριωμένες ή παράνομες ανασκαφές, υπολογίζεται ότι σχεδόν το 70% ανήκει σε τάφους της Καμείρου. Σε τάφους της Ιαλυσού είχαν αποτεθεί περίπου 6-7% και λιγότερα σε έναν αποθέτη της Λίνδου. Μεμονωμένα δείγματα προέρχονται και από άλλες θέσεις της Ρόδου (Εξοχή, Βρουλιά), αλλά και άλλα νησιά του Αιγαίου (Κως, Θήρα, Δήλος, Μήλος). Από τη Μήλο προέρχεται κάτι λιγότερο από το 10% του συνόλου και μάλιστα όλοι σχεδόν οι γλωσσωτοί ρόδακες. Ένα ασυνήθιστο κουμπί με δαιδαλικό πρόσωπο βρέθηκε στα Μέγαρα. Άλλα παρόμοια κοσμήματα, που ωστόσο δεν σχετίζονται όλα άμεσα με τη βασική ομάδα, προέρχονται από τη Μικρά Ασία (Έφεσος, Σμύρνη) και την Κρήτη (Ιδαίο Άντρο).

Οι μορφές και τα διακοσμητικά μοτίβα στα κοσμήματα έχουν παραλληλιστεί με τα σχέδια στη λεγόμενη «κεραμική των Αιγάγρων», που κάποτε αποδιδόταν στη Ρόδο αλλά τώρα γνωρίζουμε ότι κατασκευαζόταν κυρίως στη Μίλητο. Η τροποποίηση αυτή δεν άλλαξε εντούτοις την άποψη που θεωρεί ότι το κέντρο παραγωγής των κοσμημάτων ήταν η Ρόδος, ενώ δευτερεύοντα εργαστήρια τοποθετούνται στη Μήλο (για τους γλωσσωτούς ρόδακες) και ίσως στη Θήρα. Είναι αξιοσημείωτο ότι τόσο η διάδοση όσο και η παραγωγή εκτείνονται στο δωρικό Αιγαίο και ως τη δωρική ηπειρωτική Ελλάδα (Ρόδος, Κως, Θήρα, Μήλος, Μέγαρα). Εξάλλου, από τη δωρική Σπάρτη προέρχεται και ένα πήλινο ειδώλιο γυναίκας που φαίνεται να φορά στο λαιμό ένα γλωσσωτό ρόδακα όμοιο με τα κοσμήματα της Μήλου. Η θεματολογία έχει δεχτεί σαφείς φοινικικές επιρροές, πράγμα διόλου παράξενο αν υπολογίσει κανείς το πλήθος των επείσακτων φοινικικών τεχνέργων που συναντάμε την ίδια εποχή στη Ρόδο, αλλά και τις έντονες φοινικικές επιδράσεις σε άλλες κατηγορίες αντικειμένων όπως η φαγεντιανή κεραμική.

6. Χρονολόγηση, χρήση και σημασία

Κατά την ομόφωνη γνώμη των ειδικών η παραγωγή αυτών των κοσμημάτων πρέπει να χρονολογηθεί στον 7ο αι. π.Χ. Η επικρατέστερη άποψη τοποθετεί την ακμή των εργαστηρίων μεταξύ του 660 και του 620 π.Χ. Με την άποψη αυτή συντάσσεται και ο Βέλγος αρχαιολόγος Robert Laffineur που δημοσίευσε την πληρέστερη μελέτη για το θέμα το 1978· από τότε δεν έχουν προκύψει νέα στοιχεία που να δικαιολογούν αναθεώρηση της χρονολόγησης ή των κέντρων παραγωγής.

Τα περίτεχνα και ακριβά αυτά κοσμήματα φοριoύνταν από πλούσιες γυναίκες της αριστοκρατίας της εποχής και μετά το θάνατό τους τις συνόδευαν στον τάφο τους. Για λίγα –τα πιο απλά και άτεχνα– έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ίσως ήταν φτιαγμένα αποκλειστικά για ταφική χρήση, αλλά η οργανική τους ένταξη στο σύνολο καθιστά και αυτή την υπόθεση μάλλον αυθαίρετη. Σε δύο περιπτώσεις (Κάμειρος και Λίνδος) φαίνεται πως είχαν χαριστεί ως αναθήματα σε κάποιο ιερό, μάλλον γυναικείας θεότητας.

Το σύνολο της λεγόμενης ανατολίζουσας ροδιακής χρυσοχοΐας φωτίζει πολλές σημαντικές πτυχές της ζωής στο νότιο και ανατολικό Αιγαίο της Πρώιμης Αρχαϊκής περιόδου. Μας αποκαλύπτει το υψηλότατο –και αξεπέραστο– επίπεδο τεχνικής δεξιότητας των χρυσοχόων, αλλά ταυτόχρονα και την επιθυμία για τρυφή και επίδειξη του πλούτου μιας κοινωνίας οργανωμένης σε αριστοκρατικά πρότυπα. Φανερώνει επίσης ότι ο πλούτος αυτός, που οφειλόταν στην άνθηση του εμπορίου και των συναλλαγών της Ρόδου με τα κέντρα της ανατολικής Μεσογείου, συνοδευόταν από μια αναβάπτιση των ανατολικών προτύπων στα αισθητικά, θρησκευτικά και κοινωνικά ιδεώδη της ελληνικής κοινωνίας. Στα έργα αυτά αποτυπώνεται ολοζώντανα η κρίσιμη στιγμή της αφομοίωσης και ανασύνθεσης θεμάτων και μορφών που αιώνες αργότερα θα οδηγήσει στο «θαύμα» της ελληνικής κλασικής τέχνης.

από την Πολιτιστική Πύλη του Αρχιπελάγους του Αιγαίου

Η συρματερή τεχνική

Η τεχνική "filigree"

Κοσμήματα συρματερά ή από φιλιγκράνα

Η συρματερή τεχνική ή φιλιγκράνα (filigree), και μάλιστα συνδυασμένη με την κοκκιδωτή επεξεργασία, δηλαδή με μικρά χυτά σφαιρίδια, τις "γράνες" επικολλημένες σε ορισμένα σημεία του κοσμήματος, είναι επίσης γνωστή από την 3η προχριστιανική χιλιετία με μεγαλύτερη ή μικρότερη χρήση κατά τη διάρκεια των εποχών. Στην ελληνική λαϊκή κοσμηματοποιΐα γνωρίζει μεγάλη άνθηση και μάλιστα με την ίδια πανάρχαιη τεχνολογία: τα μεταλλικά σύρματα τα διαμορφώνει ο τεχνίτης σε διάφορα πάχη, τραβώντας τα μέσα από τις μεγαλύτερες ή μικρότερες τρύπες του "σύρτη". Ο σύρτης ή "φιλιέρα" βασικό όργανο της αργυροχοΐας, είναι ορθογώνια μεταλλική πλάκα με πολλές οριζόντιες επάλληλες σειρές από τρύπες με διαφορετικές διαμέτρους. Μέσα από αυτές, από τις μεγαλύτερες ως τις μικρότερες, σέρνεται με δύναμη το σύρμα ώσπου να πάρει το επιθυμητό πάχος.Το χρυσό σύρμα χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα στην κοσμηματική τέχνη. Αυτό και το έλασμα ήταν τα πρωταρχικά στοιχεία του αρχαίου κοσμήματος. Η συρματερή είναι η τεχνική που χρησιμοποιεί τα σύρματα για τη διακόσμηση μιας επιφάνειας από έλασμα ή, πιο σπάνια, για τη δημιουργία μιας δαντελωτής επιφάνειας, όπου τα σύρματα σχηματίζουν μοτίβα κολλημένα μεταξύ τους και όχι πάνω σε φόντο, όπως στην προηγούμενη περίπτωση. Από τον 4ο αιώνα π.Χ. και μετά, ελεύθερα ανθέμια, ελικοβλαστοί και άνθη πάνω σε ευέλικτους μίσχους μπορούν σαν να αποδίδονται σχεδόν αποκλειστικά με σύρματα. Στην αρχαιότητα, σποραδικά μόνο εφαρμόστηκε η συρματερή τεχνική σε ασημένια αντικείμενα. Από ιστορική άποψη θεωρείται λίγο μόνο παλιότερη από την τεχνική της κοκκίδωσης. Γνωστή στη Μεσοποταμία, τη Συρία και τη Μικρά Ασία από την 3η χιλιετία π.Χ., εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Κρήτη γύρω στο 2000 π.Χ., η χρήση της όμως υπήρξε πολύ περιορισμένη έως τα ύστερα μυκηναϊκά χρόνια Η επανεμφάνιση της τον 9ο αιώνα π.Χ. στην ελληνική κοσμηματική τέχνη δεν είναι άσχετη από τις ανανεωμένες επαφές με τις συροπαλαιστινιακές περιοχές, όπου έφτασαν οι Έλληνες της ηπειρωτικής; Ελλάδας μάλλον μέσω Κύπρου.

Ουσιαστικά η ιστορία της συρματερής τεχνικής είναι η ιστορία του χρυσού σύρματος. Οι Αιγύπτιοι ήξεραν να το κατασκευάζουν ήδη από το τέλος της 4ης ή τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ., οι τεχνικές λεπτομέρειες όμως της κατασκευής του δεν είναι όλες γνωστές. Γενικά πιστεύεται ότι για τα σχετικά χοντρά και λεία σύρματα έκοβαν μια στενή λωρίδα από ένα κάπως παχύ φύλλο χρυσού, την έστριβαν ή τη σφυροκοπούσαν ώσπου να γίνει κυκλικής τομής και στη συνέχεια κυλούσαν το σύρμα αυτό ανάμεσα σε δύο πέτρινες ή χάλκινες πλάκες, για να εξομαλυνθεί η επιφάνεια. Τα λεπτά όμως σύρματα, το κύριο υλικό που χρησιμοποίησαν οι τεχνίτες για τη διακόσμηση μιας επιφάνειας με τη συρματερή τεχνική, κατασκευάζονταν κατά κανόνα στρίβοντας μια στενή λωρίδα λεπτού ελάσματος σφιχτά τόσο, όσο χρειαζόταν για να πάρει τη μορφή σύρματος. Το σύρμα κυκλικής τομής μπορούσε σε ορισμένες περιπτώσεις να το αντικαταστήσει και μια πολύ στενή λωρίδα ελάσματος, ένα επίπεδο σύρμα.

Τα πολύτιμα αργυρά και χρυσοποίκιλτα σκεύη αποτελούν παράδοση για την ανατολική Εκκλησία και τα κείμενα μιλούν θαυμαστικά για την πολυτέλεια των ναών του Βυζαντίου. Μετά την πτώση της Αυτοκρατορίας και κατά την εποχή της γενικής αφύπνισης του Ελληνισμού, η παράδοση αυτή αναβιώνει με καινούργια ρώμη. Λαϊκοί και κληρικοί καταγίνονται με ζήλο στο να πλουτίσουν τις εκκλησίες με κάθε είδους αργυρά αντικείμενα και σκεύη (καντήλια, δισκοπότηρα, κηροπήγια, δίσκους, καλύμματα ιερών βιβλίων, "ενδύματα" ή "πουκάμισα" εικόνων, μανουάλια κ.ά.) όπου συχνά πλάι στο όνομα του δωρητή ή του κατασκευαστή χαράσσεται η χρονολογία. Έτσι η εκκλησιαστική αργυροχοΐα παρουσιάζει αρκετά ενυπόγραφα και χρονολογημένα έργα, αντίθετα με την κοσμική που κατά κανόνα σκεπάζεται από ανωνυμία.

Η εκκλησιαστική αργυροχοΐα του 18ου και 19ου αιώνα σημαδεύεται κυρίως από το έργο δύο μεγάλων Καλαρρυτινών μαστόρων του ασημιού, του Τζημούρη και του Μπάφα.

Άγνωστο είναι πότε ακριβώς γεννήθηκε ο Αθανάσιος Τζημούρης, γιος του Νικολάου, διάσημου χρυσικού στην αυλή του Αλή πασά. Τα χρόνια πάντως της ακμής του συμπίπτουν με τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου και τις πρώτες του 19ου αιώνα, αφού πέθανε στη Ζάκυνθο πρόσφυγας το 1823. Η μνήμη του έμεινε ζωντανή στην Ήπειρο ως τα τελευταία χρόνια. Εκείνο όμως που όσο ζούσε τον έκανε γνωστό σε ολόκληρη την Ελλάδα ήταν ένας τύπος στάχωσης ευαγγελίων, που με την εικονογραφική της σύνθεση και την εκτελεστική της τελειότητα εντυπωσίασε τους συγχρόνους της και επηρέασε όχι μόνο αυτούς, αλλά και τη μεταγενέστερη εκκλησιαστική αργυροχοΐα. Απόδειξη είναι ότι δώδεκα γνήσια ενυπόγραφα έργα του βρίσκονται σε μακρινές μεταξύ τους ελληνικές εκκλησίες (στην Ήπειρο, τη Ζάκυνθο, τη Θεσσαλία, τη Μυτιλήνη και την Ύδρα), ενώ πιστά αντίγραφα ή σταχώματα με φανερές τις δικές του επιρροές έχουν επισημανθεί σε άλλες εκκλησίες.

Τα σταχώματα του Τζημούρη, όλα ασημένια με επιχρυσωμένες παραστάσεις επάνω σε αργυρό βάθος διακοσμημένο με σαβάτι, χαρακτηρίζονται από την αρμονική σύζευξη της βυζαντινής παράδοσης με στοιχεία της δυτικής τέχνης. Συγχρόνως, η τυποποίηση των εικονογραφικών συνθέσεων, η επιγραφή και η βούλα με το μονόγραμμα του καλλιτέχνη, οι χρονολογίες και οι αύξοντες αριθμοί, όπου και όταν υπάρχουν, δείχνουν ένα σύστημα δουλειάς που κινείται στα πλαίσια της οργανωμένης καλλιτεχνικής βιοτεχνίας. Και είναι χαρακτηριστικό ότι σε ξενόγλωσση επιγραφή σταχώματος του Τζημούρη που βρίσκεται στα Επτάνησα γράφεται η φράση "Fabrica de Attanasio Zimouri.".

Αν ο Τζημούρης υπέταξε το ταλέντο του στην πρακτική της εμπορευματικής καθώς φαίνεται σκοπιμότητας, ο Γεώργιος Μπάφας (γιος και αυτός άλλου διάσημου χρυσικού, του Διαμαντή Μπάφα), που γεννήθηκε στους Καλαρρύτες το 1784 και πέθανε στη Ζάκυνθο το 1853, αγκάλιασε με την ανεξάντλητη έμπνευση του όλα τα είδη της εκκλησιαστικής αργυροχοΐας, όπως είναι δίσκοι, σταχώσεις ευαγγελίων, λειψανοθήκες, κιβωτίδια χρημάτων, ενδύματα εικόνων και κυρίως η λάρνακα του Αγίου Διονυσίου στην ομώνυμη Μονή της Ζακύνθου, το αριστούργημα της νεοελληνικής αργυροχοΐας.

Ακόμη, αν ο Τζημούρης στέκεται αμφίρροπος ανάμεσα στην παράδοση και τις δυτικές επιρροές, ο Μπάφας, επηρεασμένος και από το δυτικότροπο πολιτιστικό κλίμα της Ζακύνθου, όπου πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, αντλεί με γεμάτα χέρια από τη διακοσμητική επινοητικότητα της Δύσης. Συνθέσεις πολυπρόσωπες, που σε μερικές περιπτώσεις γίνονται ανθρώπινη μάζα, μορφές παθητικές, ζωηρές χειρονομίες, άμφια πολύπτυχα, που ανεμίζουν ελεύθερα γύρω από τα σώματα των αγίων, και κυρίως η φύση (σύννεφα, δέντρα και βουνά) που περιβάλλει τις παραστάσεις είναι μερικά βασικά χαρακτηριστικά στοιχεία των έργων του Μπάφα, όσων διασώθηκαν στη Ζάκυνθο μετά τον καταστρεπτικό σεισμό του 1953.

από το: http://www.faidon.com.gr/filigree.php

και εδώ υπάρχουν εικόνες κοσμημάτων με συρματερή τεχνική: Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Πέργαμος