Παρασκευή 31 Ιουλίου 2009

Σχέδια από παραδοσιακά θέματα αργυροχοίας

photo




εκδόσεις ΕΟΜΜΕΧ

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2009

Ελληνικά παραδοσιακά μοτίβα

photo


εκδόσεις ΕΟΜΜΕΧ

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2009

Γυναικεία Καραγκούνικη ενδυμασία

photo

εκδόσεις ΕΟΜΜΕΧ

Τρίτη 28 Ιουλίου 2009

Για το ψηφιδωτό

photo

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009

Ο κεντητός διάκοσμος της Καβαλιώτικης φορεσιάς

photo


εκδόσεις ΕΟΜΜΕΧ

Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

Τα ακρόπρωρα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου




[...] Τα στολίδια του πλοίου, τα παράσημα (insignia) βρίσκονταν άλλα στην πλώρη και άλλα στην πρύμη και είχαν τη μορφή θεού, ήρωα ή δράκοντα. Τα στολίδια αυτά, σκαλιστά ή ζωγραφιστά, ήταν τα διακριτικά του πλοίου, τα εμβλήματα και η προσωποποίησή του. Το πιο σημαντικό βρισκόταν στην πλώρη, από το οποίο έπαιρνε και το όνομά του το πλοίο. Ήταν το "επίσημο", δηλαδή το διακριτικό σήμα του πλοίου. [...]

Το ακρόπρωρο διακρίνεται για την κίνησή του προς τα εμπρός. Παρασύρει το πλοίο στο άνοιγμα της θάλασσας που σχίζει με την κοφτερή του πλώρη. Συγχρόνως η επιθετική του μορφή είναι η προσωποποίηση του πολεμικού πλοίου που κατατροπώνει τον εχθρό. Αλά και στην περίπτωση της κακοτυχίας, το ακρόπρωρο ακολουθούσε την τύχη του πλοίου. Η ήττα και η αιχμαλωσία του πλοίου χαρακτηρίζεται από την απόσταση του ακροπρώρου και των άλλων στολισμάτων από τον εχθρό. Αυτά είναι τα τρόπαια του νικητή που αφιερώνονται μάλιστα στους ναούς. [...]


Title:
Τα ακρόπρωρα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου
ISBN:
9789608907652
Publisher:
Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος (2007)
Author(s):
Μαζαράκης - Αινιάν, Ιωάννης Κ.
Format:
Bookbinding.
Pages:
54

Αρχείο Τ. Σπητέρη στο Τελλόγλειο Ίδρυμα: Λαϊκή Τέχνη


Παναγιώτης Ζωγράφος (Λαϊκή Τέχνη)
Ι. Μακρυγιάννης (Λαϊκή Τέχνη)
Μακρυγιάννης & Ζωγράφος (Λαϊκή Τέχνη)
(Λαϊκή Τέχνη) Θεόφιλος (Χατζημιχαήλ)
Θέατρο Σκιών-Καραγκιόζης (Λαϊκή Τέχνη)
Λαϊκή τέχνη, Φορεσιές
Λαϊκή τέχνη, Υφαντά-Κεντήματα
Λαϊκή τέχνη, Κεραμική

Η Ελληνική δαντέλα στο μουσείο V&A

photo


Eλληνόγλωση Βιβλιογραφία του Λευκώματος:
-Ανδρουλακάκη-Παππά 1994, Εικόνες από την Ιστορία της Κρήτης
-Ζώρα 1994-5, Λαϊκή Τέχνη
-Ιωάννου-Γιανναρά 1986, Ελληνικές κλώστινες συνθέσεις-Δαντέλες
-Ιωάννου-Γιανναρά 1990, Ελληνικές κλώστινες συνθέσεις-Κοπανέλι
-Κερασιώτη 1941, Βαφική
Κουταβά-Δεληβοριά 1991, Ο Γεωγραφικός κόσμος Κωνσταντίνου Πορφυρογένητου, Α΄τα Γεωγραφικά
-Λούλου-Θεοτόκη, Ενδυμασίες Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων
-Πανταζή 1975, Το λευκαρίτικο κέντημα,
-Παπαδάκη 1976, Μορφαί του Λαϊκού πολιτισμού της Κρήτης του 15ου και 16ου αιώνος κατά τας γραμματειακάς πηγάς
-Παπαδόπουλος 1815, Ερμής Κερδώος
-Παπαντωνίου 1978, Συμβολή στη μελέτη της Ελληνικής γυναικείας Παραδοσιακής φορεσιάς-Εθνογραφικά
-Σιμόπουλος 1976, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 333 μ.χ.-1700, τόμος Α΄
-Ταρσούλη 1951, Κεντήματα και φορεσιές της Δωδεκανήσου
-Ταρσούλη 1941, Ελληνικές φορεσιές
-Τσάβες, Δαντέλες από την Αίγυπτο
-Τσάβες 1986, Η δαντέλα "κοπανέλι" στα χωριά της Ν.Α. Αττικής
-Τσουχλαράκης 1997, Η ιστορία και η λαογραφία της Κρητικής φορεσιάς
-Χατζηγιασεμή 1987, Το λευκαρίτικο κέντημα
-Χατζημιχάλη 1931, Ελληνική λαϊκή τέχνη, Ρουμλούκι, Τρίκερι, Ικαρία
-Χατζημιχάλη 1954, Η λαϊκή τέχνη της Κύπρου
-Χατζημιχάλη 1977 και 1983, Ελληνική Λαϊκή Τέχνη Ι και ΙΙ
-Συλλογή Κεντημάτων και Δαντελών του Λεβέντειου Δημοτικού Μουσείου Λευκωσίας
-Το Γυναικείο Μοναστήρι Αγίου Ιωάννου Προδρόμου στις Κορακιές, 1995
-Αιγινήτικα Επαγγέλματα που χάνονται, 1997
-Ελληνικά Κεντήματα, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 1989

Σάββατο 25 Ιουλίου 2009

Ριζάρειο Χειροτεχνικό Κέντρο Μονοδενδρίου

ΡΙΖΑΡΕΙΟΣ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΜΟΝΟΔΕΝΔΡΙΟΥ
Μονοδένδρι Ζαγορίου - 440 07 Ιωάννινα
Τηλ & Fax: 06530 71382
email: info@rizarios.gr

Το Χειροτεχνικό Κέντρο Μονοδενδρίου περιλαμβάνει:

*Σχολή Υφαντικής και Κεντητικής
*Εργαστήρι παραγωγής
*Οικοτροφείο για τις μαθήτριες και τις τεχνίτριες
*Εκθετήριο - πρατήριο λαϊκής τέχνης

Στη Σχολή, διετούς διάρκειας, φοιτούν κοπέλες κυρίως από τα Ζαγοροχώρια,

αλλά και από την υπόλοιπη Ήπειρο, ηλικίας 12 - 25 ετών.

Στις μαθήτριες καταβάλλεται μηνιαίο εκπαιδευτικό επίδομα.


Οι επισκέπτες του εκθετηρίου έχουν την ευκαιρία να θαυμάσουν

καθώς και να αγοράσουν χειροποίητα προϊόντα λαϊκής τέχνης, σε προσιτές τιμές

από εδώ: http://lyk-rizar.att.sch.gr/XEIROTEXNIA.htm


Παρασκευή 24 Ιουλίου 2009

Ένας αγγειπλάστης και αγγειογράφος

Είχα την τύχη να δω μία έκθεση του Δημήτρη Σταθόπουλου στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων πριν μερικά χρόνια. Η επαφή με τη δουλειά του σε καθήλωνε, όπως και το μεράκι του.

Ο κος Δημ. Σταθόπουλος προικισμένος με βαθιά ευαισθησία και πηγαία καλλιτεχνική διάθεση μας απέδειξε ότι μπορεί να ανταγωνιστεί τους αρχαίους κεραμείς. Αγγειοπλάστης και αγγειογράφος ο ίδιος, γνωρίζει όσο ελάχιστοι την τέχνη του πηλού και γι αυτό έχει την δυνατότητα να μας προσφέρει έργα αντάξια των αρχαίων κατ΄οψιν και καθ ύλην.

Το 1975 φεύγει από την Αθήνα και εγκαθίσταται στους Δελφούς. Εκεί δημιουργεί το εργαστήριο του, όπου παράλληλα με το λάδι και την ακουαρέλα εντρυφεί στο Ελληνικό αγγείο.

Το 1980 η σύνθεση της ύλης του Ελληνικού αγγείου αρχίζει να αποκαλύπτει τα μυστικά της και εμφανίζονται πλέον τα πρώτα θετικά δείγματα , πιστής αναπαράστασης αρχαίων Ελληνικών αγγείων.

Το 1986 φεύγει από τους Δελφούς και δημιουργεί στην Αθήνα νέα εργαστήρια εικαστικών τεχνών και αγγειοπλαστικής.

Έργα του Δημήτρη Σταθόπουλου βρίσκονται σε Μουσεία της Ευρώπης και της Αμερικής , καθώς και σε ιδιωτικές συλλογές.


από εδώ: http://www.greekartsonline.com/PAGES-AGG/DHMIOUR.HTML

Ελληνικά διακοσμητικά μοτίβα

H "ναυαρχίδα" των εκδόσεων του ΕΟΜΜΕΧ.

Ο α΄ τόμος περιλαμβάνει κυκλαδικά, μινωϊκά, μυκηναϊκά, γεωμετρικά, κλασσικά, ελληνιστικά μοτίβα, νομίσματα, βυζαντινά και λαϊκά μοτίβα.
Η ελληνόγλωσση βιβλιογραφία που αναφέρεται στον α΄τόμο είναι:
-Βέη-Χατζηδάκη, 1953, Εκκλησιαστικά Κεντήματα
-Μακρής, 1958, Η Ξυλογλυπτική του Πηλίου
-Μαρινάτος, 1959, Κρήτη και Μυκηναϊκή Ελλάς
-Χατζημιχάλη, 1925, Ελληνική Λαϊκή Τέχνη:Σκύρος
-Χατζημιχάλη, 1931, Ελληνική Λαϊκή Τέχνη: Τρίκερι-Ικαρία-Ρουμλούκι
Ο β΄τόμος αποτελεί συνέχεια και συμπλήρωμα του α΄ τόμου με μοτίβα από:
-τον Νεολιθικό και Προανακτορικό Μινωϊκό Πολιτισμό
-την Καμαραϊκή Κεραμεική
-το Ανάκτορον Κνωσσού και Νεοανακτορικαί Μινωϊκαί Νεκροπόλεις
-τους Νεοανακτορικούς χώρους Ανατολικής και Κεντρικής Κρήτης
-την Μετανακτορική Εποχή
-Σαρκοφάγους και Μπάνια
-την Υπομινωϊκή και Γεωμετρική Περίοδο
-την Κλασσική Βυζαντινή Κεραμεική - Μουσείο Κορίνθου
-τα Λιθόγλυπτα ΒυΖαντινού Μουσείου Αθηνών
-Λιθόγλυπτα Πηλίου
-την Κεραμεική Μηνά και Μοτίβα Λαογραφικού Μουσείου Πανεπ. Θεσσαλονίκης
-τα σχέδια κεντημάτων του 18ου αιώνος Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Αθηνών

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2009

Η Ελληνική λαϊκή φορεσιά

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΟΜΟΣ 1
Οι Φορεσιές με το Σιγκούνι





Αγγελική Χατζημιχάλη
λαογράφος


400 σελίδες
εκατοντάδες έγχρωμες και ασπρόμαυρες παλιές φωτογραφίες και σχέδια (πατρόν)
πανόδετη βιβλιοδεσία με έγχρωμη κουβερτούρα,
30x25εκ.


H πρωτότυπη αυτή έκδοση κυκλοφόρησε σε δύο τόμους, σε συνεργασία με το Mουσείο Mπενάκη. H γνωστή λαογράφος Aγγελική Xατζημιχάλη αφιέρωσε τη ζωή της στην προσπάθεια να περισυλλέξει, να περισώσει, αλλά και να αναβιώσει όσο το δυνατόν περισσότερα δημιουργήματα της λαϊκής μας τέχνης.

Γι' αυτό άφησε πλήρεις περιγραφές και σχέδια για φορεσιές, εξαντλητικές λεπτομέρειες για την κατασκευή τους, τα είδη υφασμάτων που χρησιμοποιούνταν, τα νήματα, τη βαφή και την τεχνική του κεντήματος που τις διακοσμούσε.

Ο 1ος τόμος περιλαμβάνει τις φορεσιές της: Αττικής, Ελευσίνας, Τανάγρας, Αταλάντης, Αράχωβας, Αιτωλοακαρνανίας, Κορινθίας, Αργους, Αγιάννας, Αιδηψού, Χασιών, Παραμυθιάς, Σουλίου, Πωγωνιού, Δρόπολης, Γαρίτσας, Φλώρινας και Σαρακατσάνων

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΟΜΟΣ 2
Οι Φορεσιές με το Καβάδι






Αγγελική Χατζημιχάλη
λαογράφος


400 σελίδες
εκατοντάδες έγχρωμες και ασπρόμαυρες παλιές φωτογραφίες και σχέδια (πατρόν)
πανόδετη βιβλιοδεσία με έγχρωμη κουβερτούρα,
30x25εκ.

Ο 2ος τόμος περιλαμβάνει τις φορεσιές της: Παλιάς Αθήνας, Μεγάρων, Αλμυρού, Καραγκούνικη φορεσιά, παλιότερη φορεσιά των Ιωαννίνων, παλιότερη φορεσιά της Βέροιας, φορεσιά της Επισκοπής και της Βεργίνας, Ρουμλουκιού, Καπουτζήδας, Μπάλτζας & Δρυμού, Ασβεστοχωρίου, Χαλκιδικής, Σουφλιού, Καλύμνου, Καστελλόριζου και Κύπρου

εκδόσεις Μέλισσα

Η Σαρακατσάνικη ποδιά της Θράκης


Η ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΙΚΗ ΠΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ





Ελένη Φιλιππίδη
Λαογράφος


48 σελίδες
60 φωτογραφίες,
22x22εκ.


H Eλένη Φιλιππίδη, μολονότι έζησε στη σκιά της λαογραφικής δημοσιότητας, βίωσε όσο ελάχιστοι τα μυστικά του παραδοσιακού πολιτισμού και ειδικότερα το μαγικό κόσμο των Σαρακατσάνων της Θράκης.


εκδόσεις Μέλισσα

Τα κεραμεικά του Ελληνικού Χώρου

ΤΑ ΚΕΡΑΜΕΙΚΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ





Κατερίνα Κορρέ-Zωγράφου
Λαογράφος, επίκουρη καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών


352 σελίδες
620 φωτογραφίες,
σχέδια και χάρτες πανόδετη βιβλιοδεσία με έγχρωμη κουβερτούρα,
30x25εκ.


Παρουσιάζεται το εκπληκτικό κεραμεικό υλικό που εντοπίζεται στην Eλλάδα μεταξύ των ετών 1700-1950 μ.X., με αναδρομές στα βυζαντινά, ισλαμικά και μεταβυζαντινά κεραμεικά.

Tο βιβλίο αποτελεί μια συνολική παρουσίαση του ταυτισμένου κεραμεικού υλικού στην Eλλάδα, ξενόφερτου, αλλά και ντόπιας κατασκευής, καλύπτοντας έτσι το κενό που υπήρχε στην ελληνική βιβλιογραφία.

Ελληνικά παραδοσιακά κοσμήματα

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ




.

’Αγγελος Δεληβορριάς
Αρχαιολόγος, διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη,
καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών


58 σελίδες
80 φωτογραφίες και σχέδια πανόδετη βιβλιοδεσία με έγχρωμη κουβερτούρα,
30x25εκ.


Tα επιτεύγματα της λαϊκής μας χειροτεχνίας φτάνουν στο κορύφωμά τους με το παραδοσιακό κόσμημα. Tα σχέδια, η σύνθεση και η πλούσια φαντασία του απλού τεχνίτη δημιούργησαν αυτά τα ανεπανάληπτα καλλιτεχνικά αριστουργήματα.

H έκδοση ικανοποιεί όχι μόνο αυτούς που αγαπούν τη λαϊκή πολιτιστική παράδοση, αλλά και όλους όσους θα ήθελαν να γνωρίσουν τις παραδοσιακές αισθητικές μορφές.

εκδόσεις Μέλισσα

Δαντέλα

ΔΑΝΤΕΛΕΣ
Ελληνικές Κλώστινες Συνθέσεις




.

Τατιάνα Ιωάννου-Γιανναρά
Λαογράφος


254 σελίδες
209 φωτογραφίες και σχέδια (πατρόν),
23x23εκ.


Περιλαμβάνει τη διαπλοκή ή το δέσιμο των κλωστών αποκλειστικά με το χέρι και την εξέλιξη αυτής της τεχνικής, με τη βοήθεια της σαΐτας και της βελόνας του ραψίματος, δηλαδή την τέχνη των κλώστινων συνθέσεων που συνηθίσαμε γενικότερα να ονομάζουμε Δαντέλα.

εκδόσεις Μέλισσα

Κοπανέλι

ΚΟΠΑΝΕΛΙ
Ελληνικές Κλώστινες Συνθέσεις





Τατιάνα Ιωάννου-Γιανναρά
Λαογράφος


206 σελίδες
127 φωτογραφίες και σχέδια (πατρόν),
23x23εκ.


Aσχολείται με τη μακραίωνη πορεία της τεχνικής που σήμερα ονομάζουμε Kοπανέλι. O αναγνώστης οδηγείται στις απαρχές της τέχνης του Kοπανελιού στην αρχαία Eλλάδα και στον ευρύτερο ελληνικό χώρο.

Μαθήματα κεραμικής

Το Μουσείο Νεώτερης Κεραμεικής, στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής του προσπάθειας, πραγματοποιεί σειρά σεμιναρίων – μαθημάτων κεραμικής για ενήλικες.
Τα σεμινάρια κεραμικής συνδυάζουν τη θεωρία με τη πράξη και αποσκοπούν στη μύηση των συμμετεχόντων στην πανάρχαια τέχνη της κεραμικής. Απευθύνονται σε αρχάριους.

Πραγματοποιούνται δύο τετραμηνιαίοι κύκλοι κάθε χρόνο για περιορισμένο αριθμό ατόμων, στους οποίους, εκτός από τα μαθήματα τεχνικής, παρέχονται διαλέξεις για την τεχνολογία και την τυπολογία της σύγχρονης και της αρχαίας κεραμικής, προβάλλονται σχετικές ταινίες και δίδεται βιβλιογραφία για την κεραμική.

Υαλουργία

Υαλουργία αρχαία και μεσαιωνική: Ορολογία, τεχνολογία και τυπολογία
Ελληνοαγγλικό - αγγλοελληνικό λεξικό

Δέσποινα Ιγνατιάδου, Αναστάσιος Αντωνάρας

μετάφραση: Deborah Kazazi

Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2008
ISBN 978-960-7779-43-4,

Παραδοσιακή αρχιτεκτονική της Ηπείρου

Η λαϊκή αρχιτεκτονική της Ηπείρου, παρά τις επιμέρους τοπικές μορφολογικές ιδιαιτερότητες, εμφανίζει κοινά χαρακτηριστικά σε όλες τις ορεινές περιοχές. Οι μορφές των κτιρίων ενσωματώνονται αρμονικά στο γύρω φυσικό περιβάλλον, ενώ η διάταξή τους στο χώρο, όπως και η επιλογή της χωροθέτησης των οικισμών, γίνονται με κριτήρια το φυσικό ανάγλυφο, τον προσανατολισμό, τη θέα και καθοριστικούς κοινωνικούς λόγους (άμυνα, πολιτικοί, θρησκευτικοί, κ.λ.π. λόγοι).

Δημιουργία των οικισμών.

Στην πλειοψηφία τους οι οικισμοί δεν δημιουργούνται από το μηδέν, αλλά προέρχονται από τη σταδιακή συνένωση διάσπαρτων οικιστικών μονάδων - η παραδοσιακή κατοικία ήταν μια μονάδα που στέγαζε την οικογένεια (διευρυμένη οικογένεια) καλύπτοντας ανάγκες στέγης και εργασίας. Συνήθως οι οικισμοί αποτελούνται από συγγενειακές ομάδες, γεωργοκτηνοτροφικές, οργανωμένες σε μικροκοινωνίες. Υπάρχουν λίγα οργανωμένα τσελιγκάτα τα οποία πλαισιώνονται από μικροκτηνοτρόφους, που εξαρτούν από αυτά την επιβίωση και την αναπαραγωγή τους (Νιτσιάκος 1994). Η μετάβαση στην εξελιγμένη κοινωνική οργάνωση, η οποία προήλθε από τη συνένωση διαφορετικών οικισμών σε ένα κέντρο - διοικητική μονάδα γίνεται κατά την Τουρκοκρατία, για λόγους άμυνας, ασφάλειας, επιβίωσης (οι ανάγκες λειτουργίας του οθωμανικού συστήματος υπαγόρευαν επίσης τη σύσταση κοινοτήτων - έλεγχος, είσπραξη φόρων). Η παραχώρηση προνομίων από τους Τούρκους, εξασφαλίζει την λειτουργία και κοινωνική εξέλιξη των κοινοτήτων. Πιθανά, η πρώτη ενιαία κοινοτική μορφή δημιουργείται τον 17ο αι. Οι ορεινές κοινότητες αποτελούν και καταφύγιο των διωγμένων από τα πεδινά, οικογενειών (Νιτσιάκος 1994). Συχνά, η αυξανόμενη πληθυσμιακή συγκέντρωση δημιουργεί πρόβλημα επιβίωσης (ανεπάρκεια φυσικών πόρων) με αποτέλεσμα το πέρασμα στην τεχνική εξειδίκευση. Έτσι εμφανίζονται ολόκληρα χωριά να εξειδικεύονται σε κάποια τέχνη - οικοδομική, ξυλογλυπτική, ζωγραφική, με την κτηνοτροφία και γεωργία να αποτελούν συμπληρωματικούς πόρους.

Πολεοδομική οργάνωση των οικισμών.

Η διάταξη των οικισμών είναι συνήθως, μονοκεντρική - τα κτίρια αναπτύσσονται γύρω από μια κεντρική πλατεία. Κοντά στο κέντρο βρίσκονται τα πλουσιότερα σπίτια, στις αμέσως επόμενες ζώνες τα λαϊκά, ενώ στην περίμετρο του οικισμού κατοικούν οι λιγότερο προνομιούχες κοινωνικές ομάδες - οι γύφτοι συνήθως, οι οποίοι είναι κυρίως οργανοπαίχτες στα τοπικά πανηγύρια. Στη ζώνη αυτή συνυπάρχουν κατοικίες με εργαστήρια (σιδηρουργοί, μαραγκοί, χτίστες, μουσικοί) χωροθετημένα σε εκτάσεις που δεν προσφέρονται για καλλιέργειες (ανήλιαγες πλαγιές), ενώ στα όρια του οικισμού και σε κατάλληλα επιλεγμένα εδάφη βρίσκονται τα χωράφια με τις γεωργικές καλλιέργειες. Γύρω από την κεντρική πλατεία βρίσκονται τα δημόσια κτίρια, τα οποία είναι σημαντικά μεγαλύτερα από τα σπίτια και ιδιαίτερα προσεγμένα στην κατασκευή. Μορφολογικά ακολουθούν τους ίδιους κανόνες δόμησης. Τα δημόσια κτίρια σε συνδυασμό με την πλατεία συνθέτουν το κέντρο της δημόσιας ζωής. Εκεί γίνονται όλες οι κοινωνικές εκδηλώσεις του χωριού, εκεί γίνεται η αγορά και οι εμπορικές συναλλαγές, οι πολιτικές συγκεντρώσεις των κατοίκων, οι γιορτές και οι χοροί. Βασικά κτίσματα που συναντά κανείς στην πλατεία είναι η εκκλησία, το σχολείο, η βρύση και το κοινοτικό κατάστημα (εκκλησίες υπάρχουν και σε άλλα σημεία του οικισμού, σε μικρότερες πλατείες).

Αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά.

Υλικά δομής είναι η πέτρα (σχιστολιθική ή ασβεστολιθική) και το ξύλο. Ανάλογα με τα τοπικά φυσικά διαθέσιμα, η χρησιμοποίηση του ξύλου αφθονεί ή όχι. Τα κτίσματα κατασκευάζονται ολόκληρα από πέτρα (τοιχοποιία), η οποία μένει συνήθως ανεπίχριστη, ενώ το ξύλο χρησιμοποιείται για την κατασκευή κουφωμάτων, δαπέδων, οροφών, χρηστικών αντικειμένων, κ.λ.π. Η επικάλυψη των κτιρίων γίνεται πάντα με στέγη (εξαιτίας των κλιματικών συνθηκών) με ξύλινο σκελετό (ζευκτά) και σχιστόπλακα. Οι Ηπειρώτες εξελίσσονται σε μοναδικούς τεχνίτες της πέτρας και του ξύλου (μάστορες και ξυλογλύπτες), των οποίων η τέχνη αποτυπώνεται σε πλήθος έργων τόσο στην Ήπειρο, όσο και σε πόλεις των Βαλκανίων και της Ευρώπης. Είναι αξιοσημείωτη η εξειδίκευση ορισμένων χωριών σε μια τέχνη - οικοδομική, ζωγραφική, ξυλογλυπτική - η οποία πηγάζει από την ανάγκη για επιβίωση και τις δύσκολες συνθήκες του ορεινού τοπίου και ισχυροποιείται μέσα από την οργάνωση των κατοίκων σε ομάδες - συντεχνίες, την δημιουργία και χρησιμοποίηση μυστικής γλώσσας, τη μετάδοση του επαγγέλματος από γενιά σε γενιά, κ.λ.π.

Τα κτίσματα έχουν αυστηρή γεωμετρική μορφή, με λιτούς, καθαρούς όγκους. Η πρωταρχική μορφή της Ηπειρώτικης κατοικίας ήταν η μονόχωρη, ισόγεια καλύβα, με χωμάτινο έδαφος και εστία τοποθετημένη στο κέντρο. Η εστία χρησίμευε για τη θέρμανση και το μαγείρεμα. Στο πέρασμα του χρόνου η τυπολογία της κατοικίας εξελίχθηκε, σύμφωνα πάντα με τις ανάγκες των κατοίκων αλλά και με βάση την τεχνική εξέλιξη, για να φτάσει να αποτελεί μια σύνθεση κτισμάτων, διώροφων ή τριώροφων, τα οποία περιβάλλονται από περίκλειστη αυλή. Ο υπαίθριος χώρος της αυλής ήταν ζωτικός για την καθημερινή διαβίωση, αφού μέρος των δραστηριοτήτων γινόταν σ' αυτή. Περιβάλλονταν πάντα από ψηλό, πέτρινο τοίχο, ο οποίος προφύλασσε την ιδιωτική ζωή από το δημόσιο χώρο, ενώ ταυτόχρονα λειτουργούσε προστατευτικά (αμυντικά). Λειτουργικά αποτελούσε τον ενδιάμεσο χώρο, την ομαλή μετάβαση από το έξω (δημόσιο) στο μέσα (ιδιωτικό). Το μέγεθος της αυλής ποικίλει ανάλογα και με το υπόλοιπο σπίτι και την οικονομική κατάσταση του ιδιοκτήτη.

Στο ισόγειο των σπιτιών τοποθετούνται όλοι οι βοηθητικοί χώροι - αποθήκες, χώροι για τα ζώα, κελάρια, μαγειρείο. Στον όροφο τοποθετούνται οι κύριοι χώροι διημέρευσης - δωμάτια (σάλα, δωμάτια ύπνου καλοκαιρινά και χειμερινά). Όλη η οικογένεια μοιράζεται τον ίδιο χώρο ύπνου (ένα ή δύο δωμάτια συνήθως). Τα σπίτια είναι απλά λαϊκά ή πλούσια αρχοντικά, ενδεικτικό της οικονομικής κατάστασης του ιδιοκτήτη. Επιπλέον, οι έμποροι φέρνουν μαζί τους από τα ταξίδια τους μορφολογικά στοιχεία δανεισμένα από τις χώρες που επισκέπτονται, τα οποία ενσωματώνουν και στην τοπική αρχιτεκτονική, προσαρμοσμένα στις ελληνικές συνήθειες και ανάγκες.

Τα έπιπλα του Ηπειρώτικου σπιτιού είναι απλά, λιτά και στην πλειοψηφία τους ακίνητα - ενσωματωμένα κατάλληλα σε εσοχές των τοίχων και σε υψομετρικές διαφορές του δαπέδου. Λίγα είναι τα κινητά έπιπλα, τα οποία περιορίζονται στις κασέλες (αποθήκευση ρούχων) και στα χαμηλά τραπεζάκια. Τα ακίνητα έπιπλα, κατασκευασμένα όλα από ξύλο, είναι τα κρεβάτια, τα ερμάρια, οι βιβλιοθήκες, οι ντουλάπες. Τα περισσότερα, ιδιαίτερα στα πλούσια αρχοντικά, αποτελούν εξαιρετικά ξυλόγλυπτα έργα, ενώ οι κασέλες και οι ντουλάπες κυρίως, ζωγραφίζονται με ιδιαίτερο μεράκι. Ενδεικτικό της αγάπης των κατοίκων για την τέχνη και την ομορφιά, τα ζωγραφικά έργα που απεικονίζονται στις επιφάνειες των επίπλων είναι σκηνές από την καθημερινή ζωή - η δουλειά, τα γλέντια, οι γιορτές, τα έθιμα, αλλά και από τα ταξίδια των μαστόρων και των εμπόρων. Σημαντικό κομμάτι των έργων αποτελούν και εικόνες από το φυσικό περιβάλλον - δάση, βουνά, κ.λ.π., χαρακτηριστικό της αγάπης των κατοίκων για τον τόπο τους.

Τα αρχοντικά σπίτια χρονολογούνται κυρίως τον 18ο και αρχές του 19ου αι. Τα συναντάμε κυρίως στο Ζαγόρι και στα Γιάννενα. Είναι κατοικίες ευπόρων, διώροφες ή τριώροφες και αποτελούν δείγματα της επίπτωσης στην οικοδομική δραστηριότητα από την ανάπτυξη του εμπορίου. Οι κατόψεις είναι ορθογωνικές ή τετραγωνικές, σε μορφή Γ ή Π. Διαφοροποίηση υπάρχει κυρίως στο ανώι με την κατασκευή προεξοχών - τα σαχνισιά. Στα αρχοντικά του Ζαγορίου συναντάται κυρίως η τετραγωνική μορφή κάτοψης (1700 - 1750). Υπάρχει ένα και ίσως μοναδικό αρχοντικό κάτοψης Π, στο Τσεπέλοβο (Διαμαντοπούλου 1995). Όλοι σχεδόν οι οντάδες των αρχοντικών έχουν μεγάλη εντοιχισμένη ξύλινη ντουλάπα - τη μουσάντρα.

Τα καλύτερα διατηρημένα δείγματα της Ηπειρώτικης αρχιτεκτονικής βρίσκονται στο Ζαγόρι - κεντρικό και δυτικό. Οικισμοί οι οποίοι διατηρούνται ανέπαφοι σχεδόν, ως προς τη συνολική δομή τους. Τα περισσότερα χωριά του ανατολικού Ζαγορίου όπως και άλλων περιοχών του νομού Ιωαννίνων (τα χωριά της Κόνιτσας) κάηκαν κατά το Β' Παγκ. Πόλεμο, με αποτέλεσμα να καταστραφεί η πλειοψηφία των παραδοσιακών κτισμάτων - μεταγενέστερα κτίσματα τα οποία κατασκευάστηκαν για να καλύψουν τις στεγαστικές ανάγκες των κατοίκων φέρουν χαρακτηριστικά, έντονα διαφοροποιημένα σε σχέση με αυτά του παρελθόντος. Ωστόσο, μεμονωμένα κτίρια έχουν διατηρηθεί σε όλη σχεδόν την περιοχή της Ηπείρου - η Κόνιτσα διαθέτει ένα σημαντικό αριθμό αξιόλογων κτισμάτων, ενώ η Μόλιστα, το Γαναδιό και το Μοναστήρι αποτελούν από τους πιο καλά διατηρημένους παραδοσιακούς οικισμούς του δήμου Κόνιτσας.

Ο Γυφτόκαμπος.

Στην περιοχή αυτή, που βρίσκεται στη διαδρομή μεταξύ Σκαμνελίου και Ηλιοχωρίου υπάρχει ένα μικρό υπαίθριο μουσείο Σαρακατσάνικων καλυβών. Οι καλύβες, στην αυθεντική τους μορφή, αποτελούν δείγματα των πρωταρχικών τοπικών αρχιτεκτονικών μορφών, των Σαρακατσάνικων πληθυσμών - οργανωμένη κοινωνική ομάδα νομάδων κτηνοτρόφων, με έντονη παρουσία στην περιοχή των Ζαγοροχωρίων. Οι Σαρακατσάνοι ζουν νομαδικά, μετακινούμενοι χειμώνα - καλοκαίρι, στα χειμερινά και θερινά χειμαδιά και βοσκοτόπια. Επιλέγουν τους τόπους εγκατάστασής τους με βάση το κλίμα της περιοχής αλλά και την ύπαρξη κατάλληλων βοσκότοπων. Εξαιτίας του τρόπου ζωής τους αλλά και της μακρόχρονης απομόνωσής τους στα βουνά, παντρεύονται μόνο μεταξύ τους και μόνο μετά το Β' παγκ. πόλεμο οπότε και εγκαταλείπουν σταδιακά τη νομαδική ζωή, αρχίζουν να αναμιγνύονται, κοινωνικά, με άλλες ομάδες (γάμοι, φοίτηση των παιδιών στα σχολεία, κ.λ.π.).

Οι περιοχές κατοικίας των Σαρακατσάνων ονομάζονται κονάκια. Οι μικροί οικισμοί τους περιλαμβάνουν 3-4 καλύβες και βοηθητικά κτίσματα - στάνες, εγκαταστάσεις για τα κοπάδια, τυροκομείο, γιδομαντρί, κ.λ.π., ενώ οι μεγαλύτεροι οικισμοί περιλαμβάνουν και 12 καλύβες. Οι καλύβες τους είναι στρογγυλές με κωνικό θόλο ή παραλληλόγραμμες με δίρριχτη στέγη. Οι στρόγγυλες είναι προγενέστερες, ενώ οι παραλληλόγραμμες αποτελούν εξελιγμένο τύπο (Μουτσόπουλος 1993). Κατασκευάζονται από ξύλο και άργιλο (κλαδιά επάνω σε ξύλινο σκελετό). Δεν χρησιμοποιούν πέτρα. Οι κατασκευές είναι απλές και εφήμερες - δεδομένων των συνεχών μετακινήσεών τους.

Οι Σαρακατσάνοι έχουν δώσει σημαντικά δείγματα λαϊκής τέχνης, με βασικά υλικά το μαλλί και το ξύλο. Έφτιαχναν είδη ένδυσης, τον εξοπλισμό των μετακινήσεών τους (σακιά, δισάκια), χρηστικά είδη για τις καλύβες (μαξιλάρια, στρωσίδια, κ.λ.π.) και ξυλόγλυπτα (γκλίτσες, κ.λ.π.).

Αυτή η καλύβα αποτελεί το πρωταρχικό κύτταρο το οποίο εξελίχθηκε στον μονόχωρο τύπο σπιτιού (με πέτρινη τοιχοποιία και δίρριχτη στέγη), τον βασικό τύπο της αγροτικής κατοικίας.

Παρά το ότι συνέβαλαν οικονομικά στην ανάπτυξη του Ζαγορίου (εγκατεστημένοι έξω από τους οικισμούς) με την κτηνοτροφία, συχνά η συμβίωση με τους Ζαγορίσιους ήταν δύσκολη, εξαιτίας βασικών κοινωνικών διαφορών.

Σαρακατσάνικες καλύβες υπήρχαν σε πολλά ορεινά μέρη της Ελλάδας - στη Βίτσα (Ήπειρος), στα ορεινά της Μακεδονίας και της Θράκης, κ.λ.π. Οι κατασκευές αυτές επιβίωσαν για όσο διάστημα επιβίωνε ο νομαδικός τρόπος ζωής.

Βιβλιογραφία

Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, Τόμος έκτος, Θεσσαλία - Ήπειρος, εκδ. Μέλισσα, 1995.

Χρηστίδης Βυρ. (2004). Η αρχιτεκτονική του κεντρικού Ζαγορίου. Το παράδειγμα του Κουκουλιού. Τόμοι Α και Β. Εκδ. Ριζάρειον Ίδρυμα, Αθήνα.

Μιχελής Π. Α. (1977). Το ελληνικό λαϊκό σπίτι, εκδ. ΕΜΠ

Μουτσόπουλος Ν. (1993). Παραδοσιακή αρχιτεκτονική της Μακεδονίας. 15ος - 19ος αιώνας. (Σαρακατσάνικες καλύβες, σελ. 5 - 8). εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη.

Διαμαντοπούλου Αν. (1995). Η αρχιτεκτονική των αρχοντικών της Ηπειρωτικής Ελλάδας (18ου - αρχών 19ου αι.). Αθήνα

Νιτσιάκος Βασ. (1994). Οι ορεινές κοινότητες της Βόρειας Πίνδου. Στον απόηχο της μακράς διάρκειας. εκδ. Πλέθρον. Σειρά Λαϊκός πολιτισμός/ τοπικές κοινωνίες. Αθήνα.

Χαρίσης Βασ. (1979). Ζαγοροχώρια. εκδ. Γενική Διεύθυνση Οικισμού Υπουργείου Δημοσίων Έργων, Αθήνα.

Ήπειρος, ΖΑΓΟΡΙ, Ιωάννινα, Μέτσοβο, Κόνιτσα. ειδική εκδ. εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, Ανακαλύψτε την Ελλάδα, Νοέμβριος 2006.

Περιοδικό ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ. Ήπειρος. Απόδραση στο Βλαχοζάγορο. Τεύχος 258, σελ. 18. Ένθετο εφημ. Ελευθεροτυπία.

Περιοδικό ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ. Σαρακατσαναίοι. Ξυλόγλυπτα κεντίδια. Τεύχος 247, σελ. 62. Ένθετο εφημ. Ελευθεροτυπία.

Περιοδικό ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ. Ασημοχώρι Κόνιτσας. Αντιστέκεται. Τεύχος 256, σελ. 26. Ένθετο εφημ. Ελευθεροτυπία.


από εδώ: http://www.ntua.gr/MIRC/db/epirus_db/ARXITEKTONIKH/Hpeiros.htm

επίσης πολύτιμα στοιχεία για την λαϊκή αρχιτεκτονική στον τόπο μας υπάρχουν εδώ: Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική

ΚΟΣΜΙΚΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΑΡΓΥΡΑ



Τα αντικείμενα της ασημουργίας χωρίζονται σε δύο (2) κύριες κατηγορίες: τα κοσμικά και τα εκκλησιαστικά.
Α. ΚΟΣΜΙΚΑ
Με τον όρο κοσμικά αναφερόμαστε στο σύνολο των αντικειμένων που σχετίζονται με την καθημερινή ζωή είτε αυτά είναι χρηστικά είτε διακοσμητικά. Η χρήση τους είχε χαρακτήρα κοσμητικό, κοινωνικό, καθώς πρόβαλλε την οικονομική και κοινωνική επιφάνεια αλλά και ασφάλειας, μιας και μπορούσαν εύκολα να μεταφερθούν, να αποκρυβούν, ακόμη και να εκποιηθούν. Το πρόβλημα με τη συγκεκριμένη ομάδα εστιάζεται στη χρονολόγησή τους, καθώς στην πλειοψηφία τους δεν φέρουν κάποια επιγραφή και το μόνο στοιχείο χρονολόγησης στα περισσότερα από αυτά αποτελεί το είδος της διακόσμησης ή ακόμη και ο τρόπος κατασκευής τους.
Παρόλη την μεγάλη ποικιλία μπορούμε σε ένα γενικό πλαίσιο να προσδιορίσουμε κάποια ασημένια κοσμικά αντικείμενα που απαντώνται σταθερά στην πάροδο του χρόνου:
Δαχτυλίδια: φοριούνται από άντρες αλλά και από γυναίκες. Φέρουν χαρακτό ή ανάγλυφο διάκοσμο ενώ πολύ συχνοί είναι και οι πολύτιμοι ή ημιπολύτιμοι λίθοι.
Κιουστέκια: Ασημένιο κόσμημα της ανδρικής ενδυμασίας. Αποτελείται από σύστημα αλυσίδων και χυτά πλακίδια με ανάγλυφο ή εγχάρακτο διάκοσμο. Τα κιουστέκια είναι δύο ειδών: α) αυτά των οποίων οι αλυσίδες προσαρμόζονται στο στήθος σε σχήμα σταυρού και β) εκείνα που προσαρμόζονται στο ύψος της μέσης (ασημοζούναρο). Τα δεύτερα είναι πιο απλά και έχουν τις χυτές πλάκες στα άκρα, καθώς πίσω από αυτές βρίσκονται οι μικροί γάντζοι συγκράτησής τους.
Οικιακά σκεύη: Περιλαμβάνουν το σύνολο της οικοσυσκευής, είτε είναι χρηστικά, είτε διακοσμητικά. Μπορούμε εδώ να αναφέρουμε τα ζάρφια (ασημενιες θήκες για ποτήρια ή κύπελα), σερβίτσια, διάφορους τύπους αγγείων, τάσια, φρουτιέρες, καθρέπτες, μαχαιροπήρουνα, λάμπες κ.α.
Όπλα: Στον όρο αυτόν συμπεριλαμβάνουμε τόσο τα πυροβόλα (εμπροσθογεμή την συγκεκριμένη εποχή) όσο και τους διάφορους τύπους μαχαιριών και σπαθιών. Τα πυροβόλα όπλα έχουν τη διακόσμηση στον φέροντα οργανισμό (κοντάκι, λαβή κλπ.). Αυτή ποικίλει ανάλογα του κατόχου του όπλου και σε αρκετές περιπτώσεις είναι εξαιρετικά περίπλοκη. Στα μαχαίρια και τα σπαθιά, ο διάκοσμος υπάρχει τόσο στη λαβή και στη λεπίδα, όσο και στη θήκη. Στη λεπίδα, χρησιμοποιείται η εγχάρακτη τεχνική, αν και το σχέδιο είναι απλοποιημένο, ενώ περισσότερο προσεγμένη είναι στα υπόλοιπα μέρη.
Παλάσκες: Ασημένιες, συνήθως, ορθογώνιες θήκες για τη φύλαξη και χρήση του μπαρουτιού. Φέρουν διάκοσμο ανάγλυφο ή εγχάρακτο, συνήθως ανεικονικό.
Περιλαίμια: Βαρύτιμο κόσμημα της γυναικείας ενδυμασίας αποτελούμενο από χυτά μέρη, το οποίο στερεώνεται με δύο μικρούς γάντζους επάνω στο ύφασμα, στο ύψος και γύρω από τον λαιμό.
Πόρπη (κεμέρι): Αποτελείται από δύο τμήματα που ενώνονται στη μέση με θηλύκωμα. Το σχήμα της είναι στρόγγυλο, ωοειδές, ορθογώνιο, φυλλόσχημο ή και συνδυασμός των παραπάνω. Φέρει περίτεχνη διακόσμηση, ανάγλυφη ή συρματερή, σεντέφι εγχάρακτο, πολύτιμους λίθους και υαλόμαζα.
Σκουλαρίκια: Συνήθως είναι πολύπλοκες κατασκευές, ενώ δεν λείπουν και οι πιο απλές.
Τραχηλιά: Νυφικό κόσμημα αποτελούμενο από σειρά αλυσίδων οι οποίες έφεραν νομίσματα.
Ζώνη: Συνήθως υφασμάτινη αλλά και μεταλλική, αποτελούμενη από χυτά πλακίδια ή και συρματερά τμήματα. Τα δύο άκρα ενώνονται με πόρπη.
Φυλακτό (χαϊμαλί): Πρόκειται για θήκη διαφόρων σχημάτων εντός της οποίας υπήρχε φυλακτό και η οποία φέρονταν με μικρή αλυσίδα στον λαιμό. Ουσιαστικά αποτελούνται από ένα έλασμα, η μορφή και το σχέδιο του οποίου διαμορφώνεται.

Β. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ
Με τον όρο εκκλησιαστικά αναφερόμαστε στο σύνολο των αντικειμένων που χρησιμοποιούνται από την Εκκλησία, είτε έχουν λειτουργικό χαρακτήρα είτε χρηστικό.
ʼγιο Δισκοπότηρο: Αποτελείται από τον κάλυκα, το στέλεχος και τη βάση. Δεν αποτελεί ενιαίο σκεύος αλλά τα τμήματά του είναι συνήθως βιδωτά. Ο κάλυκας πολλές φορές αποτελείται από ατόφιο ασήμι και συνήθως στηρίζεται σε υποδοχή που φέρει πλούσιο διάκοσμο. Αντίθετα, ο ίδιος δεν φέρει διάκοσμο με εξαίρεση την περιοχή του χείλους, όπου μπορεί να υπάρχει επιγραφή ή εγχάρακτη λιτή διακόσμηση. Το υπόλοιπο τμήμα με τη βάση προσφέρεται για πλούσια και ποικίλη διακόσμηση.
Αρτοφόριο: Είναι ιερό σκεύος εντός του οποίου φυλάσσεται ο προηγιασμένος ʼρτος. Συνήθως το σχήμα του είναι ναόσχημο, ενώ το μέγεθος και η διακόσμησή του ποικίλουν.
Αστερίσκος: Αποτελείται από δύο ελάσματα, σε σχήμα Π ή ημικυκλικό, που σχηματίζουν σταυρό, και τοποθετείται επάνω στο δισκάριο για να συγκρατεί το κάλυμμά του να μην αγγίζει τον ʼρτο. Θεωρείται ότι συμβολίζει το άστρο της Βηθλεέμ ενώ το δισκάριο τη Φάτνη. Η διακόσμησή του ποικίλει από απλή έως και περίτεχνη.
Δίσκος ή δισκάριο: Εντός του τοποθετείται ο ʼρτος κατά τη Θεία Λειτουργία. Η διακόσμησή του συνήθως είναι απλή. Εξάρτημά του αποτελεί και ο Αστερίσκος.
Εγκόλπιο: Φέρεται από τον Ιερέα και συνήθως έχει σχήμα κυκλικό και περίτεχνη διακόσμηση.
Εξαπτέρυγα: Χρησιμοποιούνται σε λιτανείες και σε άλλες τελετές της Εκκλησίας. Το σχήμα τους συνήθως είναι κυκλικό και παραστάσεις κοσμούν και τις δύο όψεις τους. Στο κεντρικό μετάλλιο εικονίζονται μορφές (Χριστός, Παναγία) ή και ολόκληρες παραστάσεις, οι οποίες περιβάλλονται από τα Τάγματα των Αγγέλων. Στην περίτεχνη διακόσμηση χρησιμοποιούνται διάφορες τεχνικές.
Ζέον: Μικρό αγγείο με το οποίο μεταφέρεται στον Ιερέα το «ζέον» ύδωρ για την ετοιμασία της Θείας Κοινωνίας. Η διακόσμησή του συνήθως είναι απλή.
Θυμιατήριο: Το θυμιατήριο έχει συνήθως κυκλικό σχήμα και ειδικά το σκέπαστρό του τη μορφή τρούλου ή τρουλαίου ναού. Η διακόσμησή του, έκτυπη ή ανάγλυφη είναι πολύ πλούσια.
Ιερατική πόρπη: Αποτελεί μέρος της ιερατικής ενδυμασίας κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας αλλά και άλλων τελετών της Εκκλησίας. Αποτελείται από δύο τμήματα που ενώνονται στη μέση με θηλύκωμα. Το σχήμα της είναι στρόγγυλο, ωοειδές, ορθογώνιο, φυλλόσχημο ή και συνδυασμός των παραπάνω. Φέρει περίτεχνη διακόσμηση, ανάγλυφη ή συρματερή, σεντέφι εγχάρακτο, πολύτιμους λίθους και υαλόμαζα.
Καντήλι: Τα καντήλια αποτελούνται από ωοειδή βάση εντός της οποίας τοποθετείται το γυάλινο δοχείο. Τρεις αλυσίδες συγκρατούν το στέλεχος και ενώνονται στην απόληξή του με δίσκο, όπου υπάρχει κρίκος για την ανάρτηση σε σημείο στήριξης. Συνήθως είναι χυτά και φέρουν διάκοσμο ανάγλυφο, εγχάρακτο, διάτρητο ή και συρματερό.
Κατζίο: Είδος θυμιατηρίου που χρησιμοποιείται περισσότερο σε μονές και λιγότερο σε ενοριακούς ναούς. Το ένα τμήμα αποτελεί το θυμιατήριο, ενώ το άλλο είναι η μακρά λαβή. Επίσης, στο μέσο της λαβής υπάρχει μία ακόμα κάθετη στην προηγούμενη λαβή για τη διευκόλυνση της χρήσης του. Η λαβή είναι ουσιαστικά ένα έλασμα με διακόσμηση είτε ανεικονική είτε διαφόρων σκηνών. Στην απόληξή της είναι προσαρτημένα μικρά κουδούνια.
Λαβίδα: Συνοδεύει το Δισκοπότηρο και ουσιαστικά πρόκειται για ένα κουτάλι με μακρύ στέλεχος, στην απόληξη του οποίου συνήθως υπάρχει σταυρός. Η διακόσμησή του είναι απλή.
Λάρνακες: Αποτελεί ιδιαίτερο είδος λειψανοθήκης, εντός της οποίας φυλάσσεται το σκήνωμα του αγίου. Η ξεχωριστή σημασία της, η οποία προέρχεται από το σκοπό της κατασκευής της, οδηγεί στην περίτεχνη διακόσμησή της με σκηνές του βίου του αγίου και της κοιμήσεώς του ή του μαρτυρικού του τέλους.
Λειψανοθήκες: Κιβωτίδια – θήκες εντός των οποίων φυλάσσονται τα άγια λείψανα. Το σχέδιό τους είναι ανάλογο του αγίου λειψάνου που περιέχουν και κοσμούνται με περίτεχνο ανάγλυφο ή εγχάρακτο διάκοσμο είτε ανεικονικό είτε με απεικονίσεις των αγίων και σκηνών από το βίο τους.
Λόγχη: Ουσιαστικά πρόκειται για ένα μικρό μαχαίρι σε σχήμα λόγχης. Χρησιμοποιείται για την κοπή του ʼρτου. Η διακόσμησή του είναι λιτή και συνήθως η λαβή του απολήγει σε σταυρό.
Μανουάλια: Τα μανουάλια έχουν ύψος περίπου 1,70 μ. και τοποθετούνται εντός του κυρίως ναού. Κατασκευάζονται σφυρήλατα και χυτά και αποτελούνται από μπρούντζο ή και ασήμι.
Μυροδοχείο: Μικρό σε μέγεθος με μακρόστενο λαιμό, εντός του οποίου φυλάσσεται το ʼγιο Μύρο. Καθώς είναι συνδεδεμένο με το μυστήριο της Βαπτίσεως, συνήθως κοσμείται με την αντίστοιχη παράσταση.
Μυστρί εκκλησιαστικό: Αν και το σχήμα του είναι ίδιο με αυτό που χρησιμοποιούν οι κτίστες, ο χαρακτήρας του είναι συμβολικός, καθώς χρησιμοποιείται κατά τη θεμελίωση ναών.
«Ποδιά» Εικόνας (επένδυση): Ονομάζεται έτσι η ασημένια επένδυση μίας φορητής εικόνας, η οποία μπορεί να καλύπτει είτε ολόκληρο το εικονογραφικό θέμα εκτός από τα πρόσωπα, είτε μέρος της. Η διακόσμηση της «ποδιάς» δεν είναι ανεξάρτητη αλλά ουσιαστικά ακολουθεί ακόμη και στις λεπτομέρειες τη ζωγραφική επιφάνεια που καλύπτει.
Ραντιστήρι ή καννί: Μικρό αγγείο ωοειδούς κατά κανόνα σχήματος με κωνική απόληξη του λαιμού, που φέρει διάτρητη κεφαλή. Χρησιμοποιούνταν ως «ραντηστήρι» με ροδόνερο κατά τη διάρκεια θρησκευτικών τελετών.
Σταυροί: Οι σταυροί ανάλογα της χρήσης του χωρίζονται σε ευλογίας, Αγιασμού, λιτανείας και επιστήθιους. Οι σταυροί ευλογίας και αγιασμού μοιάζουν μεταξύ τους, και η κύρια διαφορά τους έγκειται στην ύπαρξη (αγιασμού) ή μη βάσης (ευλογίας). Οι σταυροί αυτοί αποτελούνται από ξύλο με ανάγλυφες παραστάσεις το οποίο φέρει ασημένιο πλαίσιο. Η διακόσμηση του πλαισίου είναι συνήθως πλούσια και οι τεχνικές που εφαρμόζονται ποικίλουν. Επίσης, σε πολλούς σταυρούς είναι προσαρτημένοι πολύτιμοι ή ημιπολύτιμοι λίθοι, ενώ δεν λείπουν και οι περιπτώσεις της επιχρύσωσης. Οι σταυροί λιτανείας είναι πιο μεγάλοι σε μέγεθος, στηρίζονται σε ξύλινο στέλεχος και χρησιμοποιούνται κυρίως σε λιτανείες. Τέλος, οι επιστήθιοι σταυροί αποτελούν μέρος της ένδυσης των ιερέων και διαφοροποιούνται στο μέγεθος, την διακόσμηση και την πολυτέλεια αναλόγως τους αξιώματος του φέροντος προσώπου.
Στάχωση Ευαγγελίου: Πρόκειται για την αργυρή εξωτερική επένδυση του Ευαγγελίου. Συνήθως στη μία πλευρά εικονίζεται η Εις ʼδου Κάθοδος και στην άλλη η Σταύρωση του Χριστού, ενώ στις γωνίες οι τέσσερις Ευαγγελιστές ή τα σύμβολα αυτών. Ωστόσο δεν λείπουν σταχώσεις στις οποίες εικονίζονται το Δωδεκάορτο, η Κοίμηση της Θεοτόκου και άλλες παραστάσεις, όπως η Ρίζα Ιεσσαί, ενώ συνοδεύονται και από τις μορφές Προφητών. Το είδος της στάχωσης διαφέρει ανά εποχή αλλά και είναι ανάλογο των οικονομικών δυνατοτήτων. Έτσι, λοιπόν, απαντώνται σταχώσεις αποτελούμενες από ενιαίο έλασμα ή από πλακίδια τα οποία είναι προσηλωμένα επάνω στο ευαγγέλιο. Επίσης, εκτός αυτών χρησιμοποιείται και η συρματερή τεχνική αλλά και πολύτιμοι ή ημιπολύτιμοι λίθοι.
Στέφανα Γάμου: Αποτελούνται από έλασμα επάνω στο οποίο υπάρχουν ποικίλοι συνδυασμοί διακόσμησης. Είναι ασημένια ή επίχρυσα και ανήκουν στην εκκλησία, όπου και επιστρέφονται μετά το μυστήριο του γάμου.
Τάματα: Είναι αφιερώματα πιστών τα οποία τοποθετούνται κυρίως σε φορητές εικόνες. Το θέμα τους ποικίλει και τα περισσότερα έχουν σχέση με ιάσεις και σωτηρία από κίνδυνο. Η κατασκευή τους είναι σχετικά απλή και σε μήτρα.

από εδώ: http://cultureportalweb.uoi.gr/cultureportalweb/print.php?article_id=298&lang=gr&print_mode=article



Λιθογλυπτική

Λιθογλυπτική στους Νεότερους χρόνους


Λιθανάγλυφο θύρας
1826, Σαμαρίνα, Μεγάλη Παναγιά
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η γλυπτική σε πέτρα ή μάρμαρο συνέχισε τους κανόνες της βυζαντινής τέχνης και υπήρξε κατεξοχήν εκκλησιαστική. Από το 18ο αι. όμως, και κοσμικά έργα, όπως οι κρήνες, παρέχουν χαρακτηριστικά δείγματα ελληνικής λαϊκής γλυπτικής.

Ανάγλυφα στολίζουν υπέρθυρα, περιθυρώματα, φεγγίτες ή ως εντοιχισμένες πλάκες με επιγραφές. Φυτικά, εθνικά και μαγικά σύμβολα αποκτούν, εκτός από διακοσμητικό, προφυλακτικό ή αποτροπαϊκό χαρακτήρα, σε άμεση σχέση με την εκκλησιαστική τέχνη.

Επίσης, στο εσωτερικό των σπιτιών ανάγλυφα στολίζουν τα τζάκια. Η λιθογλυπτική ασκήθηκε από τους λιθοξόους - πελεκάνους, μέλη των συντεχνιών των χτιστάδων της Ηπείρου και της δυτικής Μακεδονίας που περιόδευαν στα Βαλκάνια και στην ηπειρωτική Ελλάδα.

See Also

Civilization - Αρχιτεκτονικά γλυπτά (867-1204)
Ανάγλυφες εικόνες (867-1204)
Έργα γλυπτικής (1274-1317)

από εδώ: http://www.imma.edu.gr/macher/hm/hm_main.php?el/B3.2.5.html

Μελέτη για τα ηπειρωτικά λιθόγλυπτα:

Η Ηπειρωτική Λιθογλυπτική Τέχνη στο πλαίσιο της παραδοσιακής,κυρίως, κοινωνίας αποτελεί ένα ενδιαφέρον αλλά αγνοημένο μέχρι τώρα κεφάλαιο της τοπικής έρευνας. Το παρόν βιβλίο είναι μία ειδική μελέτη που αναδεικνύει τους δημιουργούς της τέχνης αυτής, τους Ηπειρώτες πελεκάνους-μαστόρους, όσο και το έργο τους. Ειδικότερα, πρόκειται όχι μόνο για μία καταγραφή λιθόγλυπτων παραστάσεων ανά την Ήπειρο - και κυρίως το Ζαγόρι - αλλά και για μία ερμηνεία της παρουσίας τους. Περιλαμβάνει ένα πλούσιο φωτογραφικό υλικό με λιθόγλυπτες απεικονίσεις εντοιχισμένες στην εξωτερική τοιχοποιία θρησκευτικών και κοσμικών κτισμάτων. Παράλληλα διερευνάται ο συσχετισμός της καλλιτεχνικής αυτής δημιουργίας με τα κοινωνικά δεδομένα. Αναζητείται, δηλαδή, η σχέση με τις αντιλήψεις, το συναισθηματικό κόσμο, τα αισθητικά κριτήρια, τη βιοθεωρία των ανθρώπων και τα γνωρίσματα του δομημένου χώρου κατά την εκάστοτε εποχή.


Λιθόγλυπτα στη Μονή Τιμίου Σταυρού

Ανατολίζουσα ροδιακή χρυσοχοΐα

1. Εισαγωγή

Ο όρος «ανατολίζουσα ροδιακή χρυσοχοΐα» αναφέρεται σε ένα ασυνήθιστα πλούσιο και ομοιογενές σύνολο κοσμημάτων της ανατολίζουσας περιόδου (7ος αι. π.Χ.) Πρόκειται για έργα εξαιρετικής τέχνης και μοναδικής λεπτομέρειας, φτιαγμένα κυρίως από χρυσό και ήλεκτρο (φυσικό κράμα χρυσού και αργύρου). Περιλαμβάνουν πολλούς τύπους κοσμημάτων, με σημαντικότερους τα διαδήματα, τους ρόδακες και τα κοσμήματα στήθους και κροτάφων. Τα περισσότερα βρέθηκαν στη Ρόδο και σε λίγα νησιά των Κυκλάδων, και θεωρείται ότι στους τόπους αυτούς βρίσκονταν και τα εργαστήρια κατασκευής τους.

2. Υλικά και τεχνικές

Τα κοσμήματα της ανατολίζουσας ροδιακής και κυκλαδικής παραγωγής είναι φτιαγμένα από χρυσό, ήλεκτρο και σπανίως άργυρο. Η πρώτη ύλη ήταν διαθέσιμη τόσο από κοιτάσματα του Αιγαίου (Σίφνος) όσο και της Μικράς Ασίας (Άστυρα, Πακτωλός, Κιλικία κλπ.). Οι τεχνικές που εφαρμόζονται για την κατασκευή τους είναι γνωστές από παλιότερα, ορισμένες από αυτές όμως ποτέ πριν δεν είχαν φτάσει σε τέτοιο επίπεδο δεξιοτεχνίας και λεπτοδουλειάς. Οι χρυσοχόοι διακοσμούν τα κοσμήματα με έκτυπες και εμπίεστες παραστάσεις, δηλαδή με ελαφρύ ανάγλυφο σφυρηλατημένο σε μεταλλικές ή ξύλινες μήτρες. Σπανιότερα προσθέτουν λεπτομέρειες με εγχάραξη. Η πρόσδεση ημιπολύτιμων λίθων στο κόσμημα αποτελεί εξαίρεση. Αρκετά συχνά εμφανίζονται κεφαλές ανθρώπων ή ζώων και έντομα σε πλαστική απόδοση (δηλαδή ολόγλυφα και όχι ανάγλυφα) ως εξαρτήματα του κοσμήματος. Ωστόσο, οι περισσότερο διαδεδομένες και ανεπτυγμένες τεχνικές είναι η συρματερή και η κοκκιδωτή, γνωστές ήδη από τα Μινωικά χρόνια. Στη συρματερή τεχνική ένα πολύ λεπτό σύρμα χρυσού ή ήλεκτρου δημιουργεί το πλαίσιο ή το γέμισμα των διακοσμητικών μοτίβων, συχνά σε σπειροειδή διάταξη. Η κοκκίδωση πάλι χρησιμοποιεί εξαιρετικά μικρούς κόκκους του πολύτιμου μετάλλου για την κάλυψη επιφανειών. Η δυσκολία της έγκειται στη σταθερή συγκόλληση των σφαιρικών κόκκων πάνω στην λεία επιφάνεια του μετάλλου, χωρίς αυτοί να λιώσουν εντελώς ή να παραμορφωθούν. Η ελληνική χρυσοχοΐα, η οποία δεν ξεπεράστηκε σε αυτόν τον τομέα παρά μόνο από την ετρουσκική, δεν έχει να επιδείξει λεπτότερη και πιο καλοφτιαγμένη κοκκίδωση από τη ροδιακή. Το τελικό αποτέλεσμα προσδίδει στο κόσμημα πολλές διαβαθμίσεις φωτεινότητας, καθώς άλλα τμήματά του αντανακλούν περισσότερο το φως και άλλα λιγότερο.

3. Τύποι κοσμημάτων

3. 1. Επιστήθια κοσμήματα

Έτσι συνηθίζεται να αποκαλούνται κοσμήματα που αποτελούνται από μια σειρά όμοιων ανάγλυφων πλακών, των οποίων ο αριθμός ποικίλλει από 3 ως 9. Οι πλάκες αρμόζονταν στο πάνω μέρος τους σε ένα νήμα ή κορδόνι και κρέμονταν από το ύψος των ώμων δημιουργώντας μια καμπύλη πάνω από το στήθος. Άλλοτε πάλι είχαν ένα μικρό γάντζο στο πίσω μέρος και καρφώνονταν απευθείας στο ρούχο. Σε δεύτερη χρήση μπορούσαν να ραφτούν πάνω στο ύφασμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις το πάνω μέρος τους διακοσμείται από ένα μεγάλο ρόδακα, άλλοτε ανάγλυφο και άλλοτε με κοκκιδωτό ή συρματερό περίγραμμα. Στην κάτω πλευρά των πλακών κρέμονταν συνήθως περίαπτα εξαρτήματα σε μορφή ροδιού.

Οι παραστάσεις στις πλάκες απεικονίζουν θεότητες, ανθρώπινες και μυθολογικές μορφές. Συχνότερη είναι η «Ποτνία Θηρών», δηλαδή μια γυναικεία, συχνά φτερωτή, μετωπική μορφή με δύο αιλουροειδή δεξιά και αριστερά. Πρόκειται για τη «Δέσποινα των Θηρίων», μια ανατολικής προέλευσης θεότητα που μέσα από συγκρητικές διαδικασίες κατέληξε να ταυτίζεται με την Άρτεμη. Εμφανίζονται ακόμα μια γυναικεία μορφή με τα χέρια στο στήθος ή σηκωμένα σε στάση δέησης, καθώς και ανθρώπινα πρόσωπα με χαρακτηριστική δαιδαλική κόμμωση (τα μαλλιά χωρισμένα σε οριζόντιες λωρίδες). Ένας άλλος τύπος αποκαλείται από τους αρχαιολόγους «η Αστάρτη στο παράθυρο», καθώς απεικονίζει το επάνω μέρος μιας γυμνής γυναικείας μορφής και αποδίδεται σε φοινικικά πρότυπα. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η γυναίκα-μέλισσα, τύπος που συνδυάζει το επάνω μέρος γυναικείου κορμού και το κάτω τμήμα σώματος μέλισσας. Θεωρείται μακρινή ηχώ της χεττιτικής θεότητας Κουμπέμπε. Τέλος εμφανίζονται τα διαδεδομένα εκείνη την εποχή υβριδικά μυθολογικά τέρατα, η σφίγγα, ο κένταυρος και ο γρύπας, καθώς και κεφαλές πάνθηρα.

3. 2. Εγκόλπια (μενταγιόν)

Αποτελούνται από μια μεμονωμένη πλάκα μετάλλου διακοσμημένη και πάλι με έκτυπες μορφές γυναίκας-μέλισσας ή σειρήνας και φυτικά διακοσμητικά θέματα. Ορισμένα έχουν σχήμα δίσκου με γεωμετρικά μοτίβα και απηχούν υστερογεωμετρικές επιδράσεις. Αυτά φαίνεται πως είναι λίγο πρωιμότερα από το κυρίως σώμα της παραγωγής.

3. 3. Κοσμήματα κροτάφων

Τα κοσμήματα αυτά αποτελούνται επίσης από μια κεντρική πλάκα με παράσταση «Ποτνίας Θηρών» ή ανθρώπινης μορφής, γύρω από την οποία συντίθενται πλούσια κρεμαστά εξαρτήματα, όπως ρόδακες, αλυσιδίτσες και καρποί ροδιού. Η χρήση τους θυμίζει τα βυζαντινά περπεντούλια, καθώς στερεώνονταν σε κάποιο διάδημα ή κάλυμμα της κεφαλής και κρέμονταν μπροστά από τα αυτιά, κατά μήκος των κροτάφων. Πρόκειται για μερικά από τα πιο καλοδουλεμένα κοσμήματα της σειράς.

3. 4. Διαδήματα

Τα διαδήματα είναι συνήθως μια απλή ταινία από φύλλο χρυσού ή ήλεκτρου. Μερικές φορές φέρουν έκτυπα γεωμετρικά σχέδια, κουκκίδες και γραμμές ή άστρα και ρόδακες. Συχνότερα έχουν πρόσθετους ρόδακες κομμένους στο σωστό σχήμα από άλλο φύλλο μετάλλου. Ένα εξαιρετικό παράδειγμα από την Κω φέρει ανάγλυφες σφίγγες και πρόσθετους ρόδακες με πλούσια κοκκίδωση.

3. 5. Γλωσσωτοί ρόδακες

Ένας ιδιαίτερος τύπος ρόδακα αποτελείται συνήθως από έξι πέταλα με πολύ στρογγυλεμένα άκρα σαν γλώσσες. Το σχήμα αυτό έχει μάλλον μυκηναϊκή παρά ανατολική προέλευση. Τα πέταλα είναι διακοσμημένα με ομφαλό, με ανάγλυφο πρόσωπο, με ολόγλυφα κεφάλια γρυπών και ταύρων ή με μορφές πουλιών και εντόμων. Στο πίσω μέρος φέρουν έναν κρίκο ανάρτησης. Αποτελούσαν εξαρτήματα διαδημάτων είτε στολίδια για τις κοτσίδες των μαλλιών. Μπορούσαν επίσης να ραφτούν πάνω στο ρούχο ή να περαστούν σε κορδόνι και να φορεθούν στο λαιμό. Οι ρόδακες αυτοί ανήκουν στις επιτυχέστερες στιγμές της αρχαίας ελληνικής χρυσοχοΐας, τόσο από πλευράς έμπνευσης όσο και εκτέλεσης.

3. 6. Σκουλαρίκια

Τα σκουλαρίκια της σειράς αποτελούνται από ένα στέλεχος με λιγότερο ή περισσότερο διακοσμημένες απολήξεις. Το στέλεχος είναι ένα σύρμα από πολύτιμο μέταλλο, άλλοτε με μορφή σπείρας και άλλοτε με μορφή «υ». Στις άκρες του βρίσκονται επίπεδοι δίσκοι που στα καλύτερα παραδείγματα είναι διακοσμημένοι με καρπούς ροδιών ή με ολόγλυφες και κοκκιδωμένες κεφαλές γρυπών και κριών.

3. 7. Άλλα κοσμήματα

Οι υπόλοιποι τύποι είναι λιγότερο διαδεδομένοι. Υπάρχουν μερικά περιδέραια με απλές σφαιρικές χάντρες και ένα με κεντρικό εξάρτημα μια λεοντοκεφαλή. Τα βραχιόλια είναι μάλλον σπάνια και απλά. Ένα ιδιαίτερο δείγμα από την Κάμειρο είναι χάλκινο και απολήγει σε επιχρυσωμένες λεοντοκεφαλές. Λίγα είναι και τα δαχτυλίδια, είτε με ρομβοειδή σφενδόνη που απηχεί μινωικές επιδράσεις, είτε με αιγυπτιακού τύπου σφενδόνη (cartouche). Αυτόν τον τελευταίο τύπο αντέγραψαν οι Φοίνικες από την Αίγυπτο και εισήγαγαν στην Ελλάδα και την Ετρουρία. Υπάρχουν τέλος μερικά κουμπιά, άλλα ακόσμητα και άλλα με ρόδακες ή ανθρώπινα πρόσωπα.

4. Παράδοση και πηγές έμπνευσης

Η ποικιλία των σχημάτων και η εικονογραφία φανερώνουν πλειάδα επιρροών από διαφορετικά καλλιτεχνικά κέντρα του Αιγαίου, της Μικράς Ασίας και της Εγγύς Ανατολής. Στη Ρόδο είχε προηγηθεί μια ανθηρή υστερογεωμετρική χρυσοχοϊκή παραγωγή (β΄ μισό του 8ου αι. π.Χ.), η οποία περιλάμβανε κυρίως διαδήματα με μορφές ζώων και εγκόλπια σε σχήμα δίσκου με γεωμετρική διακόσμηση. Από την Κρήτη (Πραίσος και Αρκάδι) προέρχονται ορισμένοι ρόδακες του 8ου αι. π.Χ. με σχήμα και τεχνικές διακόσμησης που προεικάζουν τους αντίστοιχους από τη Μήλο. Στην Έφεσο και τις Τράλλεις της Μικράς Ασίας σε κοσμήματα του 8ου και του 7ου αι. π.Χ. απαντούν οι ίδιες τεχνικές και αρκετά κοινά εικονογραφικά και διακοσμητικά θέματα (γυναικείες μορφές, γυναίκες-μέλισσες και ρόδακες). Ιδιαίτερα έντονες ωστόσο διαφαίνονται οι σχέσεις με κοσμήματα της ίδιας εποχής από την Κύπρο, τη Συρία και τη Φοινίκη. Στις περιοχές αυτές τα διαδήματα –με ή χωρίς ρόδακες– είναι ευρέως διαδομένα, ενώ εξίσου συχνή είναι και η εμφάνιση χρυσών πλακών με γυναικείες θεότητες, κυρίως την Αστάρτη.

5. Προέλευση, διάδοση και εργαστήρια

Η πλειονότητα αυτών των κομψοτεχνημάτων προέρχεται από τις τρεις αρχαίες πόλεις της Ρόδου, την Κάμειρο, την Ιαλυσό και τη Λίνδο. Αν και περισσότερα από τα μισά κοσμήματα βρέθηκαν σε πρώιμες, μη τεκμηριωμένες ή παράνομες ανασκαφές, υπολογίζεται ότι σχεδόν το 70% ανήκει σε τάφους της Καμείρου. Σε τάφους της Ιαλυσού είχαν αποτεθεί περίπου 6-7% και λιγότερα σε έναν αποθέτη της Λίνδου. Μεμονωμένα δείγματα προέρχονται και από άλλες θέσεις της Ρόδου (Εξοχή, Βρουλιά), αλλά και άλλα νησιά του Αιγαίου (Κως, Θήρα, Δήλος, Μήλος). Από τη Μήλο προέρχεται κάτι λιγότερο από το 10% του συνόλου και μάλιστα όλοι σχεδόν οι γλωσσωτοί ρόδακες. Ένα ασυνήθιστο κουμπί με δαιδαλικό πρόσωπο βρέθηκε στα Μέγαρα. Άλλα παρόμοια κοσμήματα, που ωστόσο δεν σχετίζονται όλα άμεσα με τη βασική ομάδα, προέρχονται από τη Μικρά Ασία (Έφεσος, Σμύρνη) και την Κρήτη (Ιδαίο Άντρο).

Οι μορφές και τα διακοσμητικά μοτίβα στα κοσμήματα έχουν παραλληλιστεί με τα σχέδια στη λεγόμενη «κεραμική των Αιγάγρων», που κάποτε αποδιδόταν στη Ρόδο αλλά τώρα γνωρίζουμε ότι κατασκευαζόταν κυρίως στη Μίλητο. Η τροποποίηση αυτή δεν άλλαξε εντούτοις την άποψη που θεωρεί ότι το κέντρο παραγωγής των κοσμημάτων ήταν η Ρόδος, ενώ δευτερεύοντα εργαστήρια τοποθετούνται στη Μήλο (για τους γλωσσωτούς ρόδακες) και ίσως στη Θήρα. Είναι αξιοσημείωτο ότι τόσο η διάδοση όσο και η παραγωγή εκτείνονται στο δωρικό Αιγαίο και ως τη δωρική ηπειρωτική Ελλάδα (Ρόδος, Κως, Θήρα, Μήλος, Μέγαρα). Εξάλλου, από τη δωρική Σπάρτη προέρχεται και ένα πήλινο ειδώλιο γυναίκας που φαίνεται να φορά στο λαιμό ένα γλωσσωτό ρόδακα όμοιο με τα κοσμήματα της Μήλου. Η θεματολογία έχει δεχτεί σαφείς φοινικικές επιρροές, πράγμα διόλου παράξενο αν υπολογίσει κανείς το πλήθος των επείσακτων φοινικικών τεχνέργων που συναντάμε την ίδια εποχή στη Ρόδο, αλλά και τις έντονες φοινικικές επιδράσεις σε άλλες κατηγορίες αντικειμένων όπως η φαγεντιανή κεραμική.

6. Χρονολόγηση, χρήση και σημασία

Κατά την ομόφωνη γνώμη των ειδικών η παραγωγή αυτών των κοσμημάτων πρέπει να χρονολογηθεί στον 7ο αι. π.Χ. Η επικρατέστερη άποψη τοποθετεί την ακμή των εργαστηρίων μεταξύ του 660 και του 620 π.Χ. Με την άποψη αυτή συντάσσεται και ο Βέλγος αρχαιολόγος Robert Laffineur που δημοσίευσε την πληρέστερη μελέτη για το θέμα το 1978· από τότε δεν έχουν προκύψει νέα στοιχεία που να δικαιολογούν αναθεώρηση της χρονολόγησης ή των κέντρων παραγωγής.

Τα περίτεχνα και ακριβά αυτά κοσμήματα φοριoύνταν από πλούσιες γυναίκες της αριστοκρατίας της εποχής και μετά το θάνατό τους τις συνόδευαν στον τάφο τους. Για λίγα –τα πιο απλά και άτεχνα– έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ίσως ήταν φτιαγμένα αποκλειστικά για ταφική χρήση, αλλά η οργανική τους ένταξη στο σύνολο καθιστά και αυτή την υπόθεση μάλλον αυθαίρετη. Σε δύο περιπτώσεις (Κάμειρος και Λίνδος) φαίνεται πως είχαν χαριστεί ως αναθήματα σε κάποιο ιερό, μάλλον γυναικείας θεότητας.

Το σύνολο της λεγόμενης ανατολίζουσας ροδιακής χρυσοχοΐας φωτίζει πολλές σημαντικές πτυχές της ζωής στο νότιο και ανατολικό Αιγαίο της Πρώιμης Αρχαϊκής περιόδου. Μας αποκαλύπτει το υψηλότατο –και αξεπέραστο– επίπεδο τεχνικής δεξιότητας των χρυσοχόων, αλλά ταυτόχρονα και την επιθυμία για τρυφή και επίδειξη του πλούτου μιας κοινωνίας οργανωμένης σε αριστοκρατικά πρότυπα. Φανερώνει επίσης ότι ο πλούτος αυτός, που οφειλόταν στην άνθηση του εμπορίου και των συναλλαγών της Ρόδου με τα κέντρα της ανατολικής Μεσογείου, συνοδευόταν από μια αναβάπτιση των ανατολικών προτύπων στα αισθητικά, θρησκευτικά και κοινωνικά ιδεώδη της ελληνικής κοινωνίας. Στα έργα αυτά αποτυπώνεται ολοζώντανα η κρίσιμη στιγμή της αφομοίωσης και ανασύνθεσης θεμάτων και μορφών που αιώνες αργότερα θα οδηγήσει στο «θαύμα» της ελληνικής κλασικής τέχνης.

από την Πολιτιστική Πύλη του Αρχιπελάγους του Αιγαίου

Η συρματερή τεχνική

Η τεχνική "filigree"

Κοσμήματα συρματερά ή από φιλιγκράνα

Η συρματερή τεχνική ή φιλιγκράνα (filigree), και μάλιστα συνδυασμένη με την κοκκιδωτή επεξεργασία, δηλαδή με μικρά χυτά σφαιρίδια, τις "γράνες" επικολλημένες σε ορισμένα σημεία του κοσμήματος, είναι επίσης γνωστή από την 3η προχριστιανική χιλιετία με μεγαλύτερη ή μικρότερη χρήση κατά τη διάρκεια των εποχών. Στην ελληνική λαϊκή κοσμηματοποιΐα γνωρίζει μεγάλη άνθηση και μάλιστα με την ίδια πανάρχαιη τεχνολογία: τα μεταλλικά σύρματα τα διαμορφώνει ο τεχνίτης σε διάφορα πάχη, τραβώντας τα μέσα από τις μεγαλύτερες ή μικρότερες τρύπες του "σύρτη". Ο σύρτης ή "φιλιέρα" βασικό όργανο της αργυροχοΐας, είναι ορθογώνια μεταλλική πλάκα με πολλές οριζόντιες επάλληλες σειρές από τρύπες με διαφορετικές διαμέτρους. Μέσα από αυτές, από τις μεγαλύτερες ως τις μικρότερες, σέρνεται με δύναμη το σύρμα ώσπου να πάρει το επιθυμητό πάχος.Το χρυσό σύρμα χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα στην κοσμηματική τέχνη. Αυτό και το έλασμα ήταν τα πρωταρχικά στοιχεία του αρχαίου κοσμήματος. Η συρματερή είναι η τεχνική που χρησιμοποιεί τα σύρματα για τη διακόσμηση μιας επιφάνειας από έλασμα ή, πιο σπάνια, για τη δημιουργία μιας δαντελωτής επιφάνειας, όπου τα σύρματα σχηματίζουν μοτίβα κολλημένα μεταξύ τους και όχι πάνω σε φόντο, όπως στην προηγούμενη περίπτωση. Από τον 4ο αιώνα π.Χ. και μετά, ελεύθερα ανθέμια, ελικοβλαστοί και άνθη πάνω σε ευέλικτους μίσχους μπορούν σαν να αποδίδονται σχεδόν αποκλειστικά με σύρματα. Στην αρχαιότητα, σποραδικά μόνο εφαρμόστηκε η συρματερή τεχνική σε ασημένια αντικείμενα. Από ιστορική άποψη θεωρείται λίγο μόνο παλιότερη από την τεχνική της κοκκίδωσης. Γνωστή στη Μεσοποταμία, τη Συρία και τη Μικρά Ασία από την 3η χιλιετία π.Χ., εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Κρήτη γύρω στο 2000 π.Χ., η χρήση της όμως υπήρξε πολύ περιορισμένη έως τα ύστερα μυκηναϊκά χρόνια Η επανεμφάνιση της τον 9ο αιώνα π.Χ. στην ελληνική κοσμηματική τέχνη δεν είναι άσχετη από τις ανανεωμένες επαφές με τις συροπαλαιστινιακές περιοχές, όπου έφτασαν οι Έλληνες της ηπειρωτικής; Ελλάδας μάλλον μέσω Κύπρου.

Ουσιαστικά η ιστορία της συρματερής τεχνικής είναι η ιστορία του χρυσού σύρματος. Οι Αιγύπτιοι ήξεραν να το κατασκευάζουν ήδη από το τέλος της 4ης ή τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ., οι τεχνικές λεπτομέρειες όμως της κατασκευής του δεν είναι όλες γνωστές. Γενικά πιστεύεται ότι για τα σχετικά χοντρά και λεία σύρματα έκοβαν μια στενή λωρίδα από ένα κάπως παχύ φύλλο χρυσού, την έστριβαν ή τη σφυροκοπούσαν ώσπου να γίνει κυκλικής τομής και στη συνέχεια κυλούσαν το σύρμα αυτό ανάμεσα σε δύο πέτρινες ή χάλκινες πλάκες, για να εξομαλυνθεί η επιφάνεια. Τα λεπτά όμως σύρματα, το κύριο υλικό που χρησιμοποίησαν οι τεχνίτες για τη διακόσμηση μιας επιφάνειας με τη συρματερή τεχνική, κατασκευάζονταν κατά κανόνα στρίβοντας μια στενή λωρίδα λεπτού ελάσματος σφιχτά τόσο, όσο χρειαζόταν για να πάρει τη μορφή σύρματος. Το σύρμα κυκλικής τομής μπορούσε σε ορισμένες περιπτώσεις να το αντικαταστήσει και μια πολύ στενή λωρίδα ελάσματος, ένα επίπεδο σύρμα.

Τα πολύτιμα αργυρά και χρυσοποίκιλτα σκεύη αποτελούν παράδοση για την ανατολική Εκκλησία και τα κείμενα μιλούν θαυμαστικά για την πολυτέλεια των ναών του Βυζαντίου. Μετά την πτώση της Αυτοκρατορίας και κατά την εποχή της γενικής αφύπνισης του Ελληνισμού, η παράδοση αυτή αναβιώνει με καινούργια ρώμη. Λαϊκοί και κληρικοί καταγίνονται με ζήλο στο να πλουτίσουν τις εκκλησίες με κάθε είδους αργυρά αντικείμενα και σκεύη (καντήλια, δισκοπότηρα, κηροπήγια, δίσκους, καλύμματα ιερών βιβλίων, "ενδύματα" ή "πουκάμισα" εικόνων, μανουάλια κ.ά.) όπου συχνά πλάι στο όνομα του δωρητή ή του κατασκευαστή χαράσσεται η χρονολογία. Έτσι η εκκλησιαστική αργυροχοΐα παρουσιάζει αρκετά ενυπόγραφα και χρονολογημένα έργα, αντίθετα με την κοσμική που κατά κανόνα σκεπάζεται από ανωνυμία.

Η εκκλησιαστική αργυροχοΐα του 18ου και 19ου αιώνα σημαδεύεται κυρίως από το έργο δύο μεγάλων Καλαρρυτινών μαστόρων του ασημιού, του Τζημούρη και του Μπάφα.

Άγνωστο είναι πότε ακριβώς γεννήθηκε ο Αθανάσιος Τζημούρης, γιος του Νικολάου, διάσημου χρυσικού στην αυλή του Αλή πασά. Τα χρόνια πάντως της ακμής του συμπίπτουν με τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου και τις πρώτες του 19ου αιώνα, αφού πέθανε στη Ζάκυνθο πρόσφυγας το 1823. Η μνήμη του έμεινε ζωντανή στην Ήπειρο ως τα τελευταία χρόνια. Εκείνο όμως που όσο ζούσε τον έκανε γνωστό σε ολόκληρη την Ελλάδα ήταν ένας τύπος στάχωσης ευαγγελίων, που με την εικονογραφική της σύνθεση και την εκτελεστική της τελειότητα εντυπωσίασε τους συγχρόνους της και επηρέασε όχι μόνο αυτούς, αλλά και τη μεταγενέστερη εκκλησιαστική αργυροχοΐα. Απόδειξη είναι ότι δώδεκα γνήσια ενυπόγραφα έργα του βρίσκονται σε μακρινές μεταξύ τους ελληνικές εκκλησίες (στην Ήπειρο, τη Ζάκυνθο, τη Θεσσαλία, τη Μυτιλήνη και την Ύδρα), ενώ πιστά αντίγραφα ή σταχώματα με φανερές τις δικές του επιρροές έχουν επισημανθεί σε άλλες εκκλησίες.

Τα σταχώματα του Τζημούρη, όλα ασημένια με επιχρυσωμένες παραστάσεις επάνω σε αργυρό βάθος διακοσμημένο με σαβάτι, χαρακτηρίζονται από την αρμονική σύζευξη της βυζαντινής παράδοσης με στοιχεία της δυτικής τέχνης. Συγχρόνως, η τυποποίηση των εικονογραφικών συνθέσεων, η επιγραφή και η βούλα με το μονόγραμμα του καλλιτέχνη, οι χρονολογίες και οι αύξοντες αριθμοί, όπου και όταν υπάρχουν, δείχνουν ένα σύστημα δουλειάς που κινείται στα πλαίσια της οργανωμένης καλλιτεχνικής βιοτεχνίας. Και είναι χαρακτηριστικό ότι σε ξενόγλωσση επιγραφή σταχώματος του Τζημούρη που βρίσκεται στα Επτάνησα γράφεται η φράση "Fabrica de Attanasio Zimouri.".

Αν ο Τζημούρης υπέταξε το ταλέντο του στην πρακτική της εμπορευματικής καθώς φαίνεται σκοπιμότητας, ο Γεώργιος Μπάφας (γιος και αυτός άλλου διάσημου χρυσικού, του Διαμαντή Μπάφα), που γεννήθηκε στους Καλαρρύτες το 1784 και πέθανε στη Ζάκυνθο το 1853, αγκάλιασε με την ανεξάντλητη έμπνευση του όλα τα είδη της εκκλησιαστικής αργυροχοΐας, όπως είναι δίσκοι, σταχώσεις ευαγγελίων, λειψανοθήκες, κιβωτίδια χρημάτων, ενδύματα εικόνων και κυρίως η λάρνακα του Αγίου Διονυσίου στην ομώνυμη Μονή της Ζακύνθου, το αριστούργημα της νεοελληνικής αργυροχοΐας.

Ακόμη, αν ο Τζημούρης στέκεται αμφίρροπος ανάμεσα στην παράδοση και τις δυτικές επιρροές, ο Μπάφας, επηρεασμένος και από το δυτικότροπο πολιτιστικό κλίμα της Ζακύνθου, όπου πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, αντλεί με γεμάτα χέρια από τη διακοσμητική επινοητικότητα της Δύσης. Συνθέσεις πολυπρόσωπες, που σε μερικές περιπτώσεις γίνονται ανθρώπινη μάζα, μορφές παθητικές, ζωηρές χειρονομίες, άμφια πολύπτυχα, που ανεμίζουν ελεύθερα γύρω από τα σώματα των αγίων, και κυρίως η φύση (σύννεφα, δέντρα και βουνά) που περιβάλλει τις παραστάσεις είναι μερικά βασικά χαρακτηριστικά στοιχεία των έργων του Μπάφα, όσων διασώθηκαν στη Ζάκυνθο μετά τον καταστρεπτικό σεισμό του 1953.

από το: http://www.faidon.com.gr/filigree.php

και εδώ υπάρχουν εικόνες κοσμημάτων με συρματερή τεχνική: Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Πέργαμος

Εκκλησιαστική Μεταλλοτεχνία


Μεταλλοτεχνία

Παρά το γεγονός ότι τα έργα της μεταλλοτεχνίας κατά τον πέρασμα των αιώνων αντιμετωπίζονταν από τους Σιναΐτες ως αντικείμενα ρευστοποιήσιμα για τις οικονομικές ανάγκες της Μονής ή προσφερόμενα προς εξευμενισμό διαφόρων ηγετών, η Μεταλλοτεχνία αντιπροσωπεύεται στην Μονή από μία μεγάλη σειρά έργων.

Προ του 12ου αιώνος είναι λίγα τα όσα έχουν διασωθεί και ίσως η όποια εκποίησή τους να μην είναι άσχετη μα την πρώτη περίοδο της ισλαμικής επικράτησης στην περιοχή. Όσα όμως έργα σώζονται από αυτή την περίοδο όλα είναι από τα μοναδικά για όλη την παλαιοχριστιανικούς και μεσοβυζαντινούς χρόνους. Από τον 13ο αιώνα και μετά τα έργα που διασώζονται αρχίζουν να γίνονται περισσότερα από αιώνα σε αιώνα με δείγματα τέχνης όχι μόνο της χριστιανικής Ανατολής αλλά και της χριστιανικής Δύσης. Πολλά από τα έργα αυτά είναι δώρα προς την Μονή επιφανών Ηγετών ή εκκλησιαστικών Ηγετών, πολλές φορές δε ακόμη και επωνύμων Σιναϊτών που τα αφιέρωναν και αυτοί στην Μονή της μετανοίας τους. Υπάρχουν πολλά εκκλησιαστικά και λειτουργικά σκεύη προερχόμενα από την Γερμανία, την Γαλλία, την Ιταλία, την Κωνσταντινούπολη, την Γεωργία, την Ρωσία, την Τρανσυλβανία, τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, την Φιλιππούπολη, την Ήπειρο και λοιπή Ελλάδα έως την Κρήτη.

Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον το οποίο παρουσιάζουν τα σιναϊτικά κειμήλια της μεταλλοτεχνίας είναι ότι αποτελούν όλα δείγματα εξαιρετικής ποιότητος και ποικίλλων τεχνικών. Σμάλτα, συρματερές, σφυρήλατες, χητές και εγχάρακτες τεχνικές κατά μόνας ή σε συνδυασμούς, δίδουν κατά περίπτωση λαμπρά αποτελέσματα τα οποία πολλές φορές εμπλουτίζονται με πολύτιμους ή ημιπολίτιμους λίθους, μαργαριτάρια ή κοράλλια. Όλα προέρχονται από διάφορα εργαστήρια των σημαντικότερων περιοχών της Ευρώπης και της Εγγύς Ανατολής, τα οποία από μόνα τους έχουν την δυνατότητα να αφηγηθούν την ιστορία της προκοπής των περιοχών της κατασκευής τους, του ταλέντου των κατασκευαστών τους αλλά και την ιδιαίτερη ευλάβεια των αφιερωτών τους προς την Μονή Σινά είτε αυτοί ήταν επιφανείς κοσμικοί ή θρησκευτικοί Ηγέτες ή ακόμη και απλοί προσκυνητές .

Ορειχάλκινο εγκόλπιο-λειψανοθήκη με χριστολογικές σκηνές, 10ος αι.
Ορειχάλκινο εγκόλπιο-λειψανοθήκη με χριστολογικές σκηνές, 10ος αι.

Δίσκος Αρτοκλασίας Αργυρεπίχρυσος, 1678 Ωρολόγιον Αργυρεπίχρυσο, π.1660
Λεκάνη Αργυρεπίχρυση, 1620 Πόρπη Αργυρεπίχρυση, 1716
Σταυρός Ορειχάλκινος με εγχάρακτες παραστάσεις και επιγραφές, 6ος αι.

Εκκλησιαστική Χρυσοκεντητική


Χρυσοκεντητική

Από το κείμενο της Νεαράς του Ιουστινιανού προς την Μονή Σινά υπάρχει αναφορά στην σημασία της ιδιαίτερης προσοχής για την ένδυση του Ηγουμένου του Σινά. Αποτελεί δε σχήμα ουσιαστικά οξύμωρο η απλότητα και ασκητικότητα του τρόπου της διαβιώσεως και καθημερινής ενδύσεως όλων των σιναϊτών Πατέρων με τον τρόπο που ενδύονται ή τα άλλα άμφια που φέρουν όταν οι ίδιοι ιερουργούν ή που στολίζουν το Καθολικό τους. Καθώς δε όλα αυτά αποτελούν δώρα ευσεβών πιστών προς το Μοναστήρι της Παναγίας της Βάτου και της Αγίας Αικατερίνης, οι Σιναΐτες με ιδιαίτερο τρόπο τα προσέχουν είτε όταν οι ίδιοι τα χρησιμοποιούν είτε όταν τα εναποθέτουν στους ειδικούς χώρους διαφυλάξεώς τους.

Τα περισσότερα από τα άμφια ανάγονται στην περίοδο από τον 16ο αιώνα και μετά χωρίς να στερούνται εκπροσώπησης και οι προγενέστερες περίοδοι. Όπως και για την Μεταλλοτεχνία μπορούμε να επαναλάβουμε και για τα άμφια αυτολεξεί πως και αυτά από μόνα τους έχουν την δυνατότητα να αφηγηθούν την ιστορία της προκοπής των περιοχών της κατασκευής τους, του ταλέντου των κατασκευαστών τους αλλά και την ιδιαίτερη ευλάβεια των αφιερωτών τους προς την Μονή Σινά είτε αυτοί ήταν επιφανείς κοσμικοί ή θρησκευτικοί Ηγέτες ή ακόμη και απλοί προσκυνητές διαφόρων περιοχών της ανατολικής και νοτιοανατολικής Ευρώπης, Μικράς Ασίας αλλά και Εγγύς Ανατολής.

Υφάσματα μεταξωτά, βελούδινα χρυσοΰφαντα έχουν χρησιμοποιηθεί για την δημιουργία όλων των ειδών των Αμφίων, διακοσμημένα με ποικίλες χρυσοβελωνιές που διαμορφώνουν φυτικά ή ανθόμορφα θέματα, ακόμη δε και πλήρεις μορφές ή παραστάσεις που παραπέμπουν στην εικονογραφία της χριστιανικής τέχνης. Πολλές φορές μάλιστα αυτά τα κεντήματα ή τα υφαντά είναι διανθισμένα με μεταλλικά εξαρτήματα, μαργαριτάρια, κοράλλια, ημιπολύτιμους και πολύτιμους λίθους.

Αρκετά είναι τα άμφια που με περισσή υπεριφάνεια φέρουν αναγραμμένα τα ονόματα των καλλιτεχνών που τα κατασκεύασαν ή ακόμη των αφιερωτών τους γεγονός που δηλώνει την συνείδηση όλων ότι προσέφεραν στο μοναστήρι κάτι αντάξιο της φήμης και της αξίας του Μοναστηριού ή ακόμη αντάξιο προς την απαιτούμενη εκ μέρους τους βοήθεια προς την Παναγία την Βάτο ή την Αγία Αικατερίνα.

Αήρ-Επιτάφιος με παράσταση Θρήνου, Χρυσοκεντητική, 16ος αι.
Αήρ-Επιτάφιος με παράσταση Θρήνου, Χρυσοκεντητική, 16ος αι.

Επιτάφιος με παράσταση Θρήνου, Χρυσοκεντητική,1612/13 Σκούφος Χρυσοκέντητος του Αρχιεπισκόποπυ Σινά Νικηφόρου Μαρθάλη, 1731
Επιμανίκια, Χρυσοκεντητική,17ος αι. Επιγονάτιο, Χρυσοκεντητική, 1746
Αρχιερατικός Σάκκος, με Παράσταση Χριστού ως Αμπέλου, Χρυσοκεντητική,17ος αι.